"άαααα, θέλω να πάρω τα μωρά στες βαρκούλλεεεεες...!"
Αμάν πόσον όξινα εν τα μούτρα της σήμμερα, αγκρισμένα τζιαι παραμορφωμένα. Ρουθουνίζει σάν το αγριογούρουνον, θωρεί με τζι οι κεραυνοί πετάσσουνται που το μέτωπον της τζιαι φακκούν δίχα αποτέλεσμαν πάς την Ασπίδαν μου. Χασκογελώ τζιαι λαλώ πελλάρες. Πόσο θυμόν έσιει ολάν! Μα κρατώ Ασπίδαν τζιαι δέν με πιάννει, γελώ τζιαι πειράζω την. Την Αγάπην μου πιάννει την όμως η κεραυνοβολία, έν μπορεί να καταλάβει πώς μπορεί η δρακούνα να εν τόσον κατζιάρα τζι αναίσθητη, έν το χωρεί ο νούς της. Δέ πόσο γεμάτη εν η σακκούλλα του θυμού, θυμού που μαζεύκεται 70 χρόνια μές το κορμίν της θκιαόλας πλάθει της ρυτίδες γυρόν που τα φρύθκια συννεφκιασμένες ρυτίδες τζιαι χτιτζιόν σάν ναν ρυάκια που κάμνει ο βόθρος άμαν ξεχυλίζει που στουππωμένον λάκκον. Φακκά το πόδιν χαμέ σάν το μωρόν, τζιαι κάμνει σκηνήν. Αφού χρειάζεται το. Εν ναρκωτικόν ο θυμός. Το δράμαν ταϊζει το τέρας της τζιαι κάμνει την να νιώθει καλλύττερα για λλίο. Άκου άκου ...