Götterdämmerung
Αννοίω το αδιάβροχον αργά να νιώσω τη βροσιή μα έννεν δροσερή κρούζουν οι σταγόνες της σάν το ασίτ τζιαι λειώννει μου το δέρμαν ούλλον. Παρπατώ γυρόν του βάλτου τζι είμαι μόνον κόκκαλα καρτερώ την έκσταση να έρτει πάλε μα μόνον το κενόν του ουρανού φαίνεται ψηλά πάνω που τα ζαβοκλωννιά τζι ο βάλτος εχώστηκεν κάτω που τα ξερόχορτα ρωτώ τον να μου πεί δκυό λόγια γλυτζιά μα έν μου λαλεί τίποτε, ώς τζι οι κάστορες αποφεύγουν με. "Έν είμαστεν δαμέ για να μας ξαπολάς τα σκουπίθκια σου. Φύε." Βουρώ αγκρισμένος πάς τον όχτον. Λείφκει ο αέρας των πνευμόνων, προδώννει η καρδία. Τζιαι μές τον πανικόν φκαίννω τρείς βράχους που εχλιάζαν τζιαι παρολλίον να σκοτωθώ. Έν με θέλουν δαμέ. "Τζιαι ποιός σου είπεν είμαστεν σύμβολα σου ρε κκεραττά? Ανήκουμεν σου τίποτε?? Λάμνε έσσω σου τζιαι γυρεύκουν σε, εχάθηκες." Τα δέντρα εν τίτσιρα. Εππέσαν τα φύλλα, έχασα τα φέτος. Ενεκρ...