Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Φ

Götterdämmerung

Εικόνα
Αννοίω το αδιάβροχον αργά να νιώσω τη βροσιή μα έννεν δροσερή κρούζουν οι σταγόνες της σάν το ασίτ τζιαι λειώννει μου το δέρμαν ούλλον. Παρπατώ γυρόν του βάλτου τζι είμαι μόνον κόκκαλα καρτερώ την έκσταση να έρτει πάλε μα μόνον το κενόν του ουρανού φαίνεται ψηλά πάνω που τα ζαβοκλωννιά τζι ο βάλτος εχώστηκεν κάτω που τα ξερόχορτα ρωτώ τον να μου πεί δκυό λόγια γλυτζιά μα έν μου λαλεί τίποτε, ώς τζι οι κάστορες αποφεύγουν με. "Έν είμαστεν δαμέ για να μας ξαπολάς τα σκουπίθκια σου.  Φύε." Βουρώ αγκρισμένος  πάς τον όχτον. Λείφκει ο αέρας των πνευμόνων, προδώννει η καρδία. Τζιαι μές τον πανικόν φκαίννω τρείς βράχους που εχλιάζαν τζιαι παρολλίον να σκοτωθώ. Έν με θέλουν δαμέ. "Τζιαι ποιός σου είπεν είμαστεν σύμβολα σου ρε κκεραττά?  Ανήκουμεν σου τίποτε?? Λάμνε έσσω σου τζιαι γυρεύκουν σε, εχάθηκες." Τα δέντρα εν τίτσιρα.  Εππέσαν τα φύλλα, έχασα τα φέτος. Ενεκρ...

Στη γή με τους λόφους.

Εικόνα
Ταξιδεύει ο ολόκληρος εαυτός προς τες πύλες. Φορτωμένος μάτια. Αφήνει πίσω τα Π, τα πυθαγόρεια, της Λογικής. Αφήνει τις αλυσίδες. Την ομορφιά. Την αλήθεια. Αφήνει πίσω τον ολόκληρο εαυτό, διαμελίζεται και ταξιδεύει. Οι τέσσερις εαυτοί, μοιρασμένοι που αφέθηκαν, στην όχθη του μπλέ μπροστά. μα η πινακίδα λέει "danger, unguarded waters." Ο ένας είναι Γέρος. Ο άλλος γαλανομάτης, νέος. Η άλλη, γυναίκα. Ο άλλος είναι παιδί. Οι τέσσερις εαυτοί κολυμπούν στα βαθειά. Άλλος προς τα δεξιά, εκεί που χωρίζει το μπλέ και το πράσινο. Άλλος έρχεται προς τα δώ, με αποφασιστικότητα. Άλλος κοιτάζει αριστερά, αποφεύγει. Ο άλλος, ο τελευταίος, κρύβεται. Στη μέση του μονοπατιού βλέπω ενα όν σε κέλυφος σμαραγδιού. Χελώνα. "Κρύφτου", είπε. Κρύβομαι. Κι ο φόβος του χαμού φωλιάζει, ιός, καρκίνος, στην καρδιά. Μεγαλώννει σάν κόκκινος πανικός. Φεύγω. Η ψυχή έχει φύγει. Δέ θα το αντέξω. Μα εκεί που σάν τον Αίαντα θα έπεφτα στο σπαθί, σάν απο μηχανής θεός, η ψυχή δείχνει ενα νέο σύνορο. Νέο...

Κι έτσι, αρχίζει πάλι το ταξίδι.

Εικόνα
Ο αστροφορεμένος ουρανός που ζεί τυλιγμένος Μέσα μου ρίχνει κύματα τα πέπλα, την λευκή του αυλαία στο Έξω όσο πρέπει και το Έξω όσο πρέπει θολώνει. Δές καθαρά την νέα εικόνα εαυτέ Δές τα Μέσα και τα Έξω να γίνονται τώρα Ένα μήν το παλεύεις τα μάτια να εστιάσεις. Δές τ' άστρα, τους οδηγούς να σου δείχνουν τη θολή γραμμή του ορίζοντα. Με την πυξίδα και τον αστρολάβο σφιχτά κάτω απ' τη μασχάλη σαλπάρω ένα πρωί. Αφήνω πίσω μου το Μή-Ελεύθερο, την Ομορφιά, τις Αλυσίδες να περιμένουν εκεί σε μιά ακτή, σάν μάνες με μαντήλια άσπρα του ξενιτεμού, αφήνω τες εκεί, που τ' αστρο της αυγής κιτρινωπό έφεξε. Nel mezzo del camin di nostra vita mi ritrovai per una selva oscura che la diritta via era smarrita. Ahi quanto a dir qual era è cosa dura esta selva selvaggia e aspra e forte, che nel pensier rinuova la paura! Tant 'e amara che poco è più morte; ma per trattar del ben ch'i' vi trovai, dirò del altre cose ch'i' v'ho scorte. Lasciate ogni speranza, voi ch'ent...

Κουφοί στην μουσική της ομορφιάς.

Τί είναι η ομορφιά, τζιήνη που μας απασχολεί τόσον εμάς που (νομίζουμεν) την πλάθουμεν, τζιαι γιατί μας σπρώχνει να την πλάσουμεν? Τζιήνη που μας απασχολεί με διαφορετικόν τρόπον, με τα ένστιχτα, τες αισθήσεις. Η εξωτερική, τζιαι η εσωτερική. Βουρούμεν το Όμορφον, πουπίσω. Μές παρουσιαστικόν μας τζιαι τους άλλους. Μές το περιβάλλον που ζιούμε, τα πράματα που μας ανήκουν. Γυρεύκουμεν 'ομορφα', συμμετρικά. Γυρεύκουμεν να ζωγραφίσουμεν, να γράψουμεν, να κάμουμεν μουσικές. Τρέχουμεν ξοπίσω της ομορφιάς. Τζιαι αφού η αντίληψη μας η σκλαβωμένη εν τούτη που αποφασίζει τί είναι 'όμορφον', τζιαι η αντίληψη τζιήνους που το θωρούν τζιαι ακούουν η σκλαβωμένη τους αντίληψη αποφασίζει αν όντως εν 'όμορφον' κάτι, εν τζι η ομορφιά μολυσμένη που την αιχμαλωσίαν μας. Μα καλά δηλαδή. Αν ξιφυλλίσουμεν την αντίληψη τζιαι σταματήσει το Εγώ να υπάρχει, με ποιάν αίσθησην εννα θωρούμεν την ομορφιάν? Που τούντην αφαίρεσην, εννα υπάρχει υπόλοιπο? Ή εννα μας φανεί η ομορφιά όφκε...

Στραβοί, μές τη σπηλιάν της αλήθειας.

Η αλήθκεια του εαυτού. Χωρίς να την έβρεις τζιαμέ στα σκοτεινά που ζεί, έν μπορείς να δημιουργήσεις. Ούτε να προχωρήσεις άλλο. Ποιά εν η αλήθκεια του εαυτού? Πρώτα πρέπει να δείς το ψέμαν το εαυτού πρίν να ρωτήσεις ποιά εν η αλήθκεια. Πρέπει να ξεφυλλίσεις το είναι σου σάν το κρεμμύδι, σάν το φύλλο του πορτοκαλλιού που το καθαρίζεις με το μαχαίρι σε σχήμα σπιράλ. Ένα ένα τα φύλλα να τα διαβάσεις, να δείς το ψέμα τους, χωρίς κρίση. Πρέπει να ρίξεις τα εφτά τείχη της Πόλης σάν τον πορθητήν, να μπείς μέσα να δείς τί έσιεις. Μέν τριγυρίζεις την τροία σου με το αμάξι να παίζεις το παλληκάρι πλέον. Ρίξε τα, τζιαι έμπα στην Πόλη σου. Δέ πόσα πράματα έπεισες τον εαυτό πως εν δικά σου. Εν τραγικό. Που μιτσής το έκαμες τούτον. Ούλλοι κάμνουν το. It's the 'human condition'. Εγεννήθηκες κρατώντας την αλήθκεια, έξερες το πολύτιμο της μυστικό. Ήξερες την στο είναι, ήταν καθαρό. Εκράτας την για λλίο. Ο κόσμος ήταν θαυμαστός γιατί εζούσες μές την αλήθειαν. Μεγαλώννεις. Αρ...

Αιχμάλωτοι. Πέρασμα, δίπλα του Βουνού.

Στο κελλί το υπόγειο της ύπαρξης κρατά μας αιχμαλώτους ο Εαυτός. Πρίν ακόμα γεννηθούμεν μαθαίνουμεν να ζιούμεν μές το κλουβίν της μήτρας, μας μαγεύει με την ασφάλεια του μικροκόσμου του, που ζεστός τζιαι υγρός αγκαλιάζει μας. Που την πρώτη μας ανάσαν διπλώννουν μας μές σε σεντονούδι σφιχτά τζι ο εαυτός παραδώννεται μές την αγάπης τις αλυσίδες. Τραγικό. Να συνηθίζουμεν τη σκλαβιά πρίν να μας μπούν ιδέες τζιαι γυρέψουμεν ελευθερία. Που τζιαμέ αρκέφκει το κακόν. Μεγαλώνουμεν διμμένοι, με κρίκους στους αστραγάλους, διμμένοι σάν τους σκλάβους που τραβούν κουπί στη γαλέρα. Δέν τους ακούετε τους κρίκους σας που κουδουνίζουν? Αιχμάλωτοι είμαστε, της σάρκας αιχμάλωτοι. Της οικογένειας μας αιχμάλωτοι. Της βιοπάλης οι σκλάβοι. Του χρήματος. Αιχμάλωτοι της ομορφιάς. Και τους κοινωνικούς κανόνες. Φυλακισμένοι, βυθισμένοι στις αδυναμίες μας. Στη φαντασία μας. Στο παρελθόν. Δεμμένοι. Αλυσίδες οι σκέψεις για ατέλειες, παράλογες ατέλειες. Αλυσίδες κι οι λανθασμένες εικόνες που έχουμε ...

Αφιέρωμα στον αφανή ποιητάρη Μ. Ν., που σάν σήμμερα έχασε το σπίτι και το γιό του.

Εικόνα
Σκηνή πρώτη.  Inferno.   (χωράφιν ι στην μεσαρκάν, κοντά στο χωράφιν του παππού μου.  Είσιεν αμπέλια, ελιές, αθρώπους δαμέ.  Είσιεν κορμιά που εποκαματίζαν μές τον ήλιο για τη ζήσην τους.  Σά σήμμερα εκρούζαν τα οι πόμπες που εσύραν για να μας δκιώξουν με τα ρούχα που εφορούσαμεν.   Δαμέ σαν σήμμερα  τα τράχτα, τα αυτοκίνητα εφεύκαν άρον άρον γεμάτα με τους τελευταίους μάρτυρες της ιστορίας του αρχαίου μου χωρκού.  Εστάθηκα δαμέ τζι έκλεισα τα μμάθκια τζιαι άκουα τους τροχούς των Φόρντ που εγυρίζαν αργά, είδα τους χωρκανούς μου που εκουβαλούσαν τον δικόν τους επιτάφειον σε τούντον δρόμον που εθκιαβήκαν σάν χωρκανοί για τελευταία φορά. Μετά τα κυπαρίσσια εβαφτιστήκαν "ξένοι" τζιαι "πρόσφυγες" τζι εσκορπίσαν.  Κανένας έν εμίλαν χωρίς πικρόφοον μές τη φωνή.  Οι στρατιώτες εσχίζαν τες στολές να μέν τους πιάσει κανένας.  Οι μανάες εσφίγγαν βρέφη πάνω τους.  Οι μανάες εφεύκαν χωρίς το γιόν τους που επολέμαν άδικα για την προδωμένη γήν.   Οι μανάες τζιαι οι τζυρούες εφεύκα...

Πατέρα: Σε Αγαπώ πολλά, τζιαι πόψε είπα σου το με τη μουσική.

Αύριο θα γράψω σε κάποια φάση πολλά μεγάλο πόστ για τη σημερινή μέρα. Εκάμαμεν τα εγκαίνια του πάρκου του παπά μου, τζιαι ήταν μαγικά. Έπαιξα το 20λεπτον  μου κομμάτιν το περσικο-κυπριακο-βυζαντινόν τζιαι επέτησεν που πάνω μας της ορχήστρας έναν πνεύμαν τζιαι ευλόγησεν το χώρον ούλλον, έφκηκεν ψυσιη πολλή. Έκλαιεν ο παπάς μου.  Εμίλησεν μετά τζιαι είπεν όμορφα πράματα.   Εγώ είπα του αγαπώ τον, με μουσικόν τρόπον, τζιαι εκατάλαβεν το.   Έν θέλω τίποτε άλλον που τη σχέση μας.  Ολοκληρωθήκαμεν τωρά.. Σάν πόψε, ένιωσα μόνο στο γάμο μου, τζιαι στη γέννηση των παιδιών μου.   Κατάνυξη, αγάπη διάχυτη παντού. Είμαι έτοιμος για τα πάντα που σήμερα, μου επαραδόθηκεν η σκυτάλη. Σ' ευχαριστώ πατέρα, όμορφε, παράξενε, δυνατέ μου πατέρα που τες πέτρες καταλλιείς. Σ' ευχαριστώ μουσική που μου έδωσες μέσα πλούσια να εκφράζω τα ανέκφραστα τζιαι τες Ουσίες. Σ' ευχαριστώ εαυτέ που αφέθηκες τζιαι έπαιξες όσον ποτέ άλλοτε. Σας ευχαριστώ όσους ήρθατε.  Εχάρηκα το μα πάρα πάρα πολλά.

Έρως πατημένος στο πεζοδρόμιο.

Εικόνα
Ανώνυμε βάνδαλε του πεζοδρομίου βιαστικέ στην πόλη μου τί ήθελες να πείς με τα κάπως απρόσεχτα πιτημένα τζιαι τετριμμένα σου σλόγκαν που επογιάτισες χαμαί? Γιατί τα έγραψες τούτα τα δύσκολα τζιαι έκατσα τζιαι εθώρουν τα ξανά τζιαι ξανά απορημένος? Ή είσαι πολλά μιτσής τζιαι δέν κόφκει ο νούς σου ή είσαι μίνιμαλιστ γκούρου πεζοδρομιακός. Είσαι άσχετος, ή πάνσοφος? Εν μπορώ να ησυχάσω.  Να κάτσω να καρτερώ στο καλτερίμιν πέρκι φανείς να σε ρωτήσω τί εννοούσες, ώ   found object σοφέ του δρόμου?   Εθωρούσαν με οι περαστικοί περίεργα έτσι που εκοντοστάθηκα.  Επιάαν με τα κυπριακά μου με την αντροπήν τζιαι έφυα. Έγραψες -μαλλον-  πρώτα το LOVE  ,   LiberE .  χωρίς το rty   -το Ε μάλιστα κεφαλαίον, σάν λανθασμένη και αταίριαστη κραυγήν απόγνωσης.  (as in:   "libereeeeee MΕεεεεε" ? free me from Love? Or, "love, free me")   -Αγάπη, ελευθέρωσε με  ή Ελευθέρωσε με απο την Αγάπη?  Αλλά μετα άλλαξες γνώμη τζιαι επρόσθεσες LIBERErty ανορθόγραφα.  Έβαλες τζιαι underline  σάν το...
Εικόνα
Με είδε σήμερα το χάραμα που περπατούσα σαν χαμένος η Ιέρεια του Δέντρου στο     Δάσος Χωρίς Φύλλα και με λυπήθηκε.  Θέλησε να μου φανερώσει την αλήθεια.   Κατέβηκε σκαλί σκαλί την ουράνια της ασημένια σκάλα πατώντας στον φελλό της αρχαίας  ιτιάς με χάρη και προσοχή, άφησε την πνοή της να τυλίξει το δάσος σάν ομίχλη ανοιξιάτικη μυρωδάτη κι έλυσε τα μαύρα της μαλλιά με τίναγμα του σβέρκου ατίθασο.   Με κοίταξε αμίλητη.   Άφησε  το χέρι της να ακουμπήσει απαλά τον ώμο μου, σκούπισε τον ιδρώτα μου με λινό λευκό μαντήλι, χαμογέλασε, χάϊδεψε   με κατανόηση  τον άγριο καλπασμό της  καρδιάς μου ("έλα τώρα, ησύχασε καλέ μου, ένα μήνα παιδεύεις τη ψυχούλα σου" -είπαν τα ακροδάκτυλα).     Τα λόγια που (γεύση είχανε σφιχτοκαρπού ελιάς αγίνωτου, πικρού, στυφού) κυλήσαν απ' τα χείλη της: ....Δέν είσαι πιά ο Έρωτας....  ....Δέν είσαι πιά ο Διόνυσος....  ....άστους να κοιμηθούνε τώρα.... Μετά μου είπε μιά λέξη για να ψάξω,    "Qi" ...πρόσεξε το Qi .... ...γιατί εσένα καλέ μου ...

Μουσική ζεστή του Φούρνου

Εικόνα
Χάτε.  Ετέλειωσα το 14ον draft.  Αλλο έναν τζιαι κανεί....      Εδούλεψα πάνω του που η ώρα 7 το πρωί ώς τες εννιά πόψε, εσσιέξιξι   χωρίς διάλειμμαν (εχτός του βλόγκινγκ κάθε κάμποσην ώρα).    Εφκαλα μαλαζαβράγκαν του νού.  Εμείναν κάτι λεπτομερειούδες.  Ορίστε η πρώτη σελίδα για όσους καταλάβουν.  Βραστή, κρουστή  μουσική, με μάγουλα κατακόκκινα, στόμαν που ακόμα αγκομαχά.  Μούσα αλαφκιαζμένη που τον πύρινον έρωταν μας τον πολύμερον.  Επόφκαλα την/με. Δυστυχώς.. Άμα έρτω σε τούντο στάδιο του κομμαθκιού κατι ταράσσει τζαι σπάζει μέσα μου τζιαι κοντεύκει ο ψυχισμός μου όσον γίνεται πιό κολλητά με την λεγόμενη "Πελλάρα" γιατί σταματώ να διαχωρίζω το 'εξω' που το 'μέσα'  -αν σας έτυχεν, ξέρετε....     Ούλλα του κομμαθκιού τζιαι της ποίησης (θυμήθου διαβάτη το Ι, II, III , IV , V )  που έγραψα, τα ηφαίστια, οι σάρκες, οι εικόνες της αναγέννησης τζιαι του θανάτου, ο ήχος που έπλασα ο αρρωστημένος του κομμαθκιού, ούλλα βουρούν με πόψε να με τσιλλήσουν/ακκάσουν, τζι...

Απόβλητος Φωτο-γρίφος

Εικόνα
Κούνιες άμοιρες, άψυχες, κούνιες χωρίς σκοπό,  άπνοες, αρχέτυπα ακαμψίας απολιθωμένα στη βάση του Είναι, πόσα χρόνια ακόμα θα με βασανίζετε??   Η μιά, η αριστερή, μοιρολογά, επαραδόθηκε, τεντώνει αδύναμα τα σιδερένια χέρια να σφίξει στην αγκάλη της τη γή:   "I Give In..."  "Ι Give Up", λένε τα μάτια,  σκουριασμένα, διψασμένα.  Τα μάτια  κοιτούν  τον ουρανό και περιμένουν 'κάτι',  χωρίς ελπίδα ή βούληση δική τους.     Η άλλη, η δεξιά,  η ατίθαση  αυτή  θέλει να ζήσει, άχ αυτή η πεισματάρα, στραβώνει το σώμα, πασκίζει να ξεφύγει -άδικα, χωρίς ελπίδα, σιδεροδεμένη.   "Ι don't belong here..."  "Δέ μου αν-οίκει τίποτε, κανένας" To  'Π'   τις κρατά αλυσοδεμένες, βλοσυρό σάν τη λογική του πυθαγόρα που αντιπροσωπεύει. Αργοπεθαίνουν επιτέλους, τις βλέπεις? Με θέα το μπλέ.  Το άπιαστο μπλέ.    Κούνιες, στο μπλέ δέ θα μπορέσετε να κολυμπήσετε ποτέ σας. Κούνιες σήμερα σας εγκατέλειψα για λίγο, κρέμασα  τ' άσπρα μου ρούχα του νεόφαντου...

Η Καλύβα

Εικόνα
Σημείωμα 'πολογιαστό'   στον αρχαίο μου εαυτό που άφησα:  Σώμα μου Α',  σ'αγαπώ κι άς ζείς  αλλού.  Στο συγχωρώ.   Κι αν σε κρατούν αυτοί που σε κρατούν, δέν με πειράζει πλέον.  Δική σου η ζωή. Σώμα Α', με την  έγνοια/συννεφιά/φόβο ανθρώπινο και όσα κουβαλάς  πετροσκαλισμένα στα μέλη,  σώμα πρωτόπλαστο μαύρο, μικρό, οδήγησες τόσες φορές  τυφλά  τη Στιγμή μου στα βαλτονέρια  που -τάχα- σου ήταν γραφτό:   Στο συγχωρώ. Σώμα  Α',   λυπάμαι. Ήρθε η στιγμή. Αντίο σου. Πολύ με πίκρανες. Τώρα Εσύ δεξιά, εγώ αριστερά. Κάνε τη δουλειά σου, άσε με να κάνω κι εγώ τη δική μου. Εγώ, μυστικά από εσένα, έφυγα απόψε. Θα ζώ μόνος μου,  εδώ σε μιά καλύβα στη μέση του δάσους που έχτιζα κρυφά τριάντα χρόνια. Φίλοι: Κοπιάστε όποτε θέλετε.  Όπως θέλετε ελάτε.  Για όποιο λόγο θέλετε.  Οι νόμοι της φύσης είναι άλλοι στην καλύβα μου, και όσα ξέρετε, όσα σας μάθαν, όλα τα 'πρέπει',   δέν έχουν δύναμη εδώ στο δάσος.   Στην καλύβα μου όλη μέρα τρώμε επιδόρπιο, κάνουμε γυμνισμό, και ...