Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Της Λαιστριγονίας

Ο Αέρας, ο Τοίχος, τζι η Ελευθερία

Φορώ, πάλε, του γλύπτη το κατασχισμένον το πουκάμισον το πράσινον  το πολλοτριμμένον π' άφηκα πέρσυ μές τ' αρμάριν τζ' ήβρα το να με καρτερά πλυμμένον, ανυπόμονον,  του μαραζιού του περσινού πουκάμισον πον πάς τους νώμους μου νάκκο σφιχτόν τζιαι ξοβαμμένον τζιαχαμέ που τό' φαν τρίψε τρίψε η πέτρα τζι ο νήλιος του καλοτζιαιρκού.  Τζειμέσ' τ' αρμάριν πό' κατσεν τζι επέρασεν σιειμώναν μόνον του κρεμμάμενον στα σκοτεινά, εσκέφτειν το μαράζιν, εξέρασεν το, εξιμάρησεν,  επλύθθηκεν, τζι εντύθηκεν -καμαρωτός γαμπρός-   να καρτερά να έρτω πάλε, εγιώ η νύφφη του, να το φορήσω. Τζιαι μές τη μπλού τη σίκλαν μου του χτίστη  τζοιμούνται μήνες τα εργαλεία μου του καταλύτη πετροφά.  Ξυπνώ τα.   Μιάν εφτομάδαν πελεκώ τες ασπρόπετρες.  Με την ανατολή, ξυπνώ, τζιαι παίζω των μωρών μου, τζιαι γλέπω την Αγάπη μμου.  Το μεσομέρι γίνουμαι ο Δράκος, ζώννουμαι 'ργαλεία, χάννουμαι μές τον κόσμο μμου τον πλούσιον π' άκρην έν έσιει, τζι ώς το δείλις με τη θέλησην ...

Ξυπνώ τζιαι είδα..

...τα  σύκα τα μαυρόκωλα που κρέμμουνται πάς τη συτζιά σάν τ' αρτζιούθκια να με περιπαίζουν. ...το φύλλωμα το πυκνό τζιαι δίχρωμο της ελιάς, λιονταροχαίτη μές τον άνεμο να με φοερίζει. ...τα  νύσια της γεροτερατσιάς τα μαύρα τζι άκοφτα που εν σάν του δράκου να καρτερούν να τους γυρίσω ράσιη να με σσίσουν. ...τα κότσσινα τα αστερούθκια που στεφανώννουν τσαρτελλούθκια να μου γυρίζουν πλάτη. ...τες πέτρες που εσχημάτισεν τες αμμοκάμωτες ο μάστορας να καρτερούν το θάνατον του υπομονετικά.

Η μυρωθκιά της Κύπρου, τζι η Ουσία

Επήα να σ' αγαπήσω για τούτα που προσφέρεις, τον ήλιο, την απλή ζωή, την οικογένεια δίπλα, τους φίλους τους ευκολοσχέτιστους, .  Επήα να σ' αγαπήσω για όσα λείπουν που τη ζωήν μου "τζιεικάτω", τζι ερωτεύτηκα σε γιατί εθώρουν τες ελλείψεις που θα εγέμωννες τζι εζήλευκα όσα έσιεις που δέν έχω εγώ.  Μα εν έρωτας τούτος?  Πάλε εκρέμμασα αλυσίδες τζιαι επιθυμίαν αρρωστημένη γυρόν του λαιμού, να σε θέλω, τζιαι να μέν μπορώ να σε κρατήσω, ούτε το κορμί σου να χαρώ. Μα τωρά, είδα.    Εμουρμούρησεν μου τα η πέτρα η Ανθούλλα εψές.   Τζιαι πλέον, δέν σε αγαπώ για όσα θα μου εδίας που λείφκουμαι. Εσέναν αγαπώ.  Τη μυρωθκιά σσου.  Την μυρωθκιάν που μόνον ο ερωτευμένος γνωρίζει την ώραν που χώννεται μές τα σκέλια της αγαπημένης του τζι αναπνέει την αλμύρα πρίν να την ιγλύψει. Τζιείνην την μυρωθκιάν κρατώ. Αγάπη μου, είσαι μιά θολή υγρασία νυχτερινή που κατεβαίννει που τους λόφους της θάλασσας τζι αγκαλιάζει λλίον τα χωράφκια να κουβαλήσει μυρωθκιές που...

Το Βάφτισμα της Πέτρας

Περπατώ μές το Πάρκο εχτές το ξημέρωμα πρίν να ξυπνήσει κανένας, θωρώ τ' αγάλματα,  τες πέτρες τες ακατέργαστες τσιαροπίννοντας.  Ήταν τα γενέθλια μου εχτές, τζιαι οδήγησεν με το κορμί να πάω σε μιά πέτρα ξαπλωμένη πάς το τσιακκίλι -μα ήταν πέτρα?  μάλλον βράχος.  Κίτρινος.  Δίμετρος, παχουλλός.  Όπως περνούσα δίπλα του είπεν μου  "έλα δά ρέ Διάσπορε, να σου πώ έναν μυστικόν".    Κοντεύκω του βράχου τζιαι κουππώννω  την παλάμη να την περάσω αργά πάς το δέρμαν του το τραχύ.  Πόσα εκατομμύρια χρόνια εμαζεύκετουν ο άμμος της θάλασσας τζιαι επιέζετουν να πετρώσει, αργά αργά περιμένοντας κάποιον να του δώσει φωνή άλλη άραγε?  Εγεννήθηκε κοντά στην κοίτη του ποταμού, στες Κυβίδες της Λεμεσού, τζιαι ήταν η μοίρα του να τον ξεθάψουν τζιαι να μας τον φέρουν. Έσιει μέρες που σκέφτουμαι πότε να αρκέψω μεγάλον άγαλμα.  Έπιαννα κάθε πρωί πετρούες μικρές, εδούλευκα τες με τες λίμες για ώρες, να ξαναθυμηθεί το κορμί μου πώς κάμνουν σχή...

H Μεγάλη Σιωπή

Κάθουμαι, ξημέρωμα, μές τη μυρωδιά την απαλή της βασιλιτζιάς τζιαι οι πετεινοί κράζουν κάπου πίσω που το λόφο, οι κουκουβάγιες λέν καλημέρα-καληνύχτα.  Μές τη σιωπή.  Είμαι δαμέ δύο βδομάδες μές τη σιωπή, χωρίς ίντερνετ, ήμεηλ, επαφή.  Στον "έξω" κόσμο δύο φορές έφκηκα.  Μιά για να πάω στην εκκλησία να παντρέψω την αδελφή μου, τζιαι μιά χτές που επήα στο σιδερά για να αρχίσω να κατασκευάζω το τεράστιο μεταλλόφωνο όργανο που εσκαρφίστηκα για να βάλω στο Πάρκο.  Κάθουμαι μές το Πάρκο, κλαδεύκω με τον παπά μου, κάμνω αγαλματούθκια, αφήννω την ουσία μου πάνω στες πέτρες, κάμνω δουλειές, παρακαλώ το χώρο να με δεχτεί τζι εμένα αφέντη του.  Που ούλλους τους τόπους που έζησεν το κορμίν μου, μόνο δαμέ, μέσα που τούντες πύλες έν είμαι ξένος.  Δαμέ, έν είμαι πρόσφυγας, ούτε κυπραίος, ούτε ξενιτεμένος.  Κλείουν οι πύλες του Πάρκου τζιαι είμαι Ολόκληρος, πρίγκηπας μές το Κάστρο το ολόδικο μου.  Τη νύχτα, στη βεράντα λάμπει που ψηλά ο Άρης στον ουρανό, τζ...

Αποχαιρετιστόν #4. Το Καράβιν φεύκει.

Κυριακή πρωί σαλπάρουμεν.    Σήμμερα ήρτεν η ώρα να φορτωθούν οι κασέλλες, οι σάκκοι, οι βαλίτσες, τα χωράφκια, οι ελλιές, οι λόφοι, τα χαμόγελα, οι αγαπημένοι μου,  οι μυρωδκιές, τα λόγια,  τ' αμπέλλια.  Ούλλα εφορτωθήκαν  στη σειρά,  ευλαβικά στοιβασμένα  σε ράφκια σαρακοφαϊμένα που το θαλασσόνερον.  Σπιλακωμένα πάνω τ'άλλου  θα καρτερούν το λιμάνιν του Νέου Κόσμου να πιάσουμεν, κρυμμένα μες τα βάθη του καραβκιού μου που ατίθασον τραβά τα σσhιννιά ανυπόμονα, δκιάζεται να σαλπάρει.   Σσιωπητή  ρεμβάζει η Γαλανή ,  έκατσεν στο τιμόνιν τζιαι καρτερά με πομονήν τζιαι σοφίαν, ντυμένη στ' άσπρα.   Κουφόβραση. Κατράς, αλμύρα, δρώμαν.  Τρίζουσην σαν αννοίουν αγιωμένες οι μπουκκαπόρτες.     Στην προκυμαία γυροφέρνω το κορμίν μου ανήσυχα, τζι ο Άγριος Ζώος  προετοιμάζει αχχωμένος την οικογένεια για το ταξίδιν το υπερΑτλαντικόν.  Ο   φίλτατος Κανένας που τα φορτώννει ούλλα με τόσην προσοχήν τζιαι λογικήν, βάλλει μέσα τελευταίες τες πολύτιμες μου εικόνες που εκουβάλαν τόσες μέρες μ...

Αποχαιρετιστόν #3 Ο τρύγος έφτασεν

Πράσινο χτήμαν αμπελοφύτεφτον στη μέσην του πελάγου σου εστάθηκα ώρες. Τζιαι ώς τον μαύρον ουρανόν  τα σιέρκα μου ψηλά εποταβριστήκασην - σσhιννιά διμμένα  στο καράβιν του ξενιτεμού.    οι αμπελιές χορόν πολογιαστόν εκάμασην γυρόν μου με τον λυράρην να τρααννιά δκιαολεμένην λύραν κλαμένος, τίτσιρος αγκάλλιασα την ρίζαν τους ώσπ' ΄Αννοιξεν   στο βάθος των κυμμάτων  τα φτερά η αυκή τζιαι τα σταφύλια σου ποθκιάντραπος ετρύγησα τζιαι 'πήρα  τα  μιτά μου.

 Acknowledgement: Αποχαιρετιστόν #2 (ερωτικόν)

Εικόνα
(παττίχα, η πιό κόchινη που είδα ποττέ, αριστερά ο Πάτερ Διάσπορος ο Ττακκουριτής, ίσια μπροστά εγώ, απόλαυση.) Ευχαριστώ σας χέρια μου απαλά, μακρυά μου δάχτυλα εύκαμπτα του μουσικού.   Που εσφίξετε τες ηλλιοκαμμένες πέτρες τζι' εχαϊδέψετε τη σφριγηλή ζωντάννιαν του αφρού, που ετυλίξετε αλμυρές φυτζιο-κορδέλλες, ευχαριστώ σας που απαλά εφωλλιάσετε στα χέρια της Αγάπης μου την ώραν που αυθόρμητα μας ήβρεν η σσιωπή.  Ευχαριστώ σας που στιβαρά εσηκώσετε τόσες φορές τα μωράκια μου τζιαι στη γιαγιάν τους τα εδώσετε να τα χαρεί στο κύμμαν.  Ευχαριστώ σας που με τόσην ευλάβιαν εκαθαρίσετε μου ψάριν φρέσκον, σαρδέλλαν λεμονάτην, τζιαι εταϊσετε μου την.  Ευχαριστώ σας ώ χέρια, που με δεξιοτεχνίαν τζιαι όρεξην επαίξετε σεττάρ δκυό ώρες τζιαι ηρεμίσετε με.  Ευχαριστώ σας που στα χείλη μου, τσίπουρον αγιορείτικον εφέρετε, τζιαι εϊβαν εκάμετε του αδελφού μου του Φωτισμένου τζιαι Άξιου.  Ευχαριστώ σας που χτυπάτε τα πληκτρούδκια για να γράφω να καθαρίζει ο Κήπος μου. --------------- Ευχαριστώ σ...

Αποχαιρετιστόν #1

Πας στο βουνόν, τζιαμέ που ο Πρώτος Βασιλιάς ήβρεν το Μέγα Σύμβολον που 'ματοτζιύλησεν τον κόσμον ούλον,  εξέβηκα με τ' αυτοκινητούϊν.  Εκατέβηκα.  Στο Πέτραινον Καστέλλιν,  που εχτίσασην οι καλοήροι δέν επάτησα.  Σε Βράχον ξιδόνταν μαυροτζιέφαλον εσκαρφάλλωσα,του Μάστρου γειά σου να του πω, αντί τον Άθρωπον να πάω προσκυνήσω.   Ασκομάχησα.  Τα ρούχα μου εσχιστήκασην πας τες παλλούρες.  Εμύρισεν μου ο σχίννος τζιαι η μερσινιά, τα σαπημένα σύκα της αρκοσυτζιάς, τζιαι η σπατζιά (πολλά ερωτική αλήθκεια η μυρωθκιά της).  Ως τζιαι το ττόζιν που εσηκώννετουν που τες παθκιές μου, ωραία μου εμύριζεν.  Τα σάνταλα μου  εβαφτιστήκαν χωματσιάν, πίσσες του πεύκου.  Ακκάσαν με οι πέτρες του βουνού, δέν με εθέλασην στη ράσιην τους να φκώ.  Στην μούττην, σ'εναν κούφωμαν ατόν εσκότωσα, έφα του το βλαντζιήν του.  Έκατσα ώρες μανιχός μου, στον λάλλαρον το στροντζιυλόν, άννοιξα τα ρουθούνια μου καλά, να πιούν να ξεδιψάσουν ρίζες, άννοιξασην τα μμάθκια τζιαι τα τρία, ούλα να τα ρουφήσουσην.  Κά...

Εκόντεψεν η ώρα

Την κυριακή φεύκουμεν.  Πως επεράσαν σχεδόν έξι εφτομάδες, έν το πιστεύκω.  Θα αφιερώσω το χρόνον που μας έμεινεν στη χαλαρότηταν του σώματος μου, το φαούσιασμαν πτηνών τζιαι χοιρινών, την απορρόφησην εμπειριών των αισθήσεων, αντοχήν της πυράς, απόλαυσην της δροσιάς σε πισίνες τζιαι θάλασσες, μωράκια μωράκια μωράκια.    Έμαθα κάτι δαμαί που ήρτα;;;  Είμαι καλλίττερος   Δία  Σπόρος τωρά;  Ότι έθελα να βάλω στη θέσην του εμπείκεν;; Εζήτησα που τον νούν μου να αρπάξει πράματα έντονα, όμορφα, σκληρά που τον τόπον τούντην φοράν, έδωκεν μου τα ούλλα πόλικα, μακάρι ναν καλά το αδρωπούιν τζιημέσα στο ννούν που μεριμνά για μέναν.   Είδα τα ούλλα τα συμβάντα των διακοπών συμβολικά τζιαι ποιητικά, τες συνομιλίες, το σπίτι μου, τα αρχαία, τους δικούς.  Ξέρεις τι παει να πει να τρώεις με τέσσερις γεννιές γυρώ σσου βρε;  Τρέμουν οι τα τταβάννια που την ενέργεια.  Αλλά δεν το πολλοεχτιμάς αν δέν είσαι διασπορος.  Έκλεισα τα ούλλα μες το μυαλόν μου όι στο μπαούλον της ανάμνησης (είπαμεν, οι αναμνήσεις...

Ο Αόρατος Παππούς

Σήμμερα το απόγευμαν, εκάμαμεν ωραίον κολύμπιν με τα μωράκια σε πισίναν (καθαρήν!). Μάνα μου τα, εκάμναν όπως τα πελλά, επιτσιαρίζαν, εγελούσαν, έμπαιννεν το νερόν μες τα μμάθκια τους τζιαι μισοκλείαν τα γιατί έκαφκεν τα η χλωρίνη, εποφυσούσαν σαν τα φαλαινάκια.  Τί θαύμαν είναι να είσαι μιτσής, ούλλος ο κόσμος ναν φρεσκοκομμένος, τζιαι να ζείς τη στιγμήν χωρίς να κουβαλάς τες πέτρες του εχτές, τζιαι να σε βουρούν τα στοισιά του αύριον.  Πράγματι ε σσοφά τα μωράκια μου.  Πίσω στο σπίτι, κουρασμένοι.   "Ποιός θέλει πουρέκκια με την αναρήν πας το σάτζιην;" λέει η Μάνα Κουράγιο. "Να πα να φέρω τηγ Γιαγιά-Ακκάννει  τζιαι τον Παππούν τον Εφευρέτην, να σας δούν τζιαι να με βοηθήσει η γιαγιά να κάμω πουρέκκια". Σε λλίγο εμύριζε το σπίτι  ζάχαρη ελαφροκρουζμένη και αναρή κανελλιάρα, που σαν τα ννιόπαντρα εσσιεπαστήκαν πουκάτω που τα σεντόννια της ζύμης τζιαι εψηννούνταν.  Ο πάτερ Διάσπορος έκαμνεν τον σατζιηέρην με μιάν ποδκιάν αστείαν ζωσμένην στην πληθωρικήν του μέσην, τζ...

Στο Λλόφον με τα αρχαία

Εκάθουμαστεν εχτές το χάραμαν ο ένας πάς τα γόνατα του άλλου τζιαι 'πίνναμεν καφέδες καϊμακκάτους εγώ με τους τρείς μου Εαυτούς, που είναι φίλοι μου καρδιακοί τα τελευταία 2 χρόννια. (έξερα τους που πρίν -έναν γειά το πολλύν- τον παραπάνω καιρόν εχωννούνταν τυλιμένοι φιόγκον μες σε υπόγειον κελλάριν του νού γιατί εφοούνταν με λλίον).  Που τον καιρόν που εφιλέψαμεν τζιαι ελύσαμεν τες διαφορές μας (εμεσολάβισεν η θκειά μου η Μοίρα η Πολλοπάητη), εσηκώσαμεν συνήθειον να προγευματίζουμεν όποτε μπορούμεν παρέαν με καφέδες και νερόν για να ξεκινά η μέρα θετικά, τζιαι να παίρνουμεν αποφάσεις παρέαν, με τα μμάθκια μόνον, δέν λαλεί κανένας περιττές κουβέντες να παρεξηγιούμαστεν.  Μάλιστα την ώραν που πίννουμεν, δέ φέρνουμεν το φλυντζανούδιν στα δικά μας χείλη μόνοι μας ποττέ.  Αντί να ρουφούμεν δηλαδή που το δικόν μας, ποτίζουμεν ο ένας τον άλλον προσεχτικά και με ευλάβειαν το αχνιστόν υγρόν, και σκουπίζουμεν απαλά με την μαντηλλιάν το περίσσευμαν που αφήννει το κύμμαν του καφέ πάνω στο μου...

Το Καράβιν που ήρτεν

Προχτές αποχαιρέτησα  επιτέλους την σεπτήν εικόναν της ανάμνησης της κοινής ζωής με τους γονείς μου τζιαι το συναισθηματικόν/λεκτικόν αποτύπωμαν του παρελθόντος που εζήσαμεν κάποτε μαζίν. Είπα "Αφήννω σας να πάτε στο καλόν" στα εκατομύρια μικρά γεγονότα που με εδιαμορφώσαν υπό την προστασίαν τους, τα κακά, τα καλά, όλα όσα επηρεάσαν το χχαραχτήραν μου που μωρόν τζιαι τα οποια ννιώθω χρόνια τώρα σαν χορδές που πάλλονται δυσαρμονικά σε ορχήστραν βιολλιών του μυαλού μου που συναισθάνεται την μουσικήν τους υπερβολικά.  Έπιασα και εξίλωσα τη χορδήν, το νήμαν της μνήμης ούλλον κλωστήν μακρυάν που έφκεννεν που τα φτιά μου, ώσπου ελυτρώθηκα.  Ετράβησα το ούλλον, έγινεν έναν κουβάριν τεράστιον, με το οποίον θα πλέξω έναν ωραίον ένδυμαν αρχοντικόν, να το φορώ όποτε θέλω εγώ.  Νενικήκαμεν. Μετά κυμβάλων και σουραυλιών, εχόρεψα τον κόρδαξ τον αρχαίον, και έτριψα το κορμίν μου ελαιόλαδον, έμπηξα στα κατσαρά μου μαλλιά ελλιόκλωνους πολλούς, τζιαι γυμνός επάτησα μόνος μες τη θάλασσαν την αυ...

Το Σπίτιν εν γεμάτον.

Μιά που τες μεγαλύτερες συναισθηματικές δυσκολίες που έσιη ο άθρωπος να αντιμετωπίσει ώς Όν που του εδόθειν η ευθύνη της Μερικής Γνώσεως, αλλά που ταυτόχρονα επλάστηκεν για να ζιή αχάπαρος μες σε μμιάν ρουτίναν χλιαρήν, είναι η ξαφνική και σποραδική συνειδητοποίηση του "Είμαι Ζωντανός" .  Δέ θα εξηγήσω φυσικά τί εννοώ, εν κουβέντα βαρετή, ---τζ' απ'όσιη νούν καταλάβει την τζιαι χωρίς εξήγησην.   Εμέναν πάντως, όποτε μου διά ττάππα πας τη κκελλέν τούτη η βέρκα της συνείδησης αντελοσσιάζουμαι, ξυπνώ, αννοίουν οι πόρτες μου διάπλατα, τζιαι αμέσως ξεκινά το αδρωπούιν που εν τυλιμένον κόμπον μες τον νούν μου να χορεύκει τζιαι να μου σπουρτά μή ευπρόσδεχτες αισθήσεις με πολλά έντονους χρωματισμούς, συναισθήματα κόντρα ενισχυμένα, τα οποία πιτηλλούν που την κκελλέν μου σαν τον πίδακαν, τζιαι μου προκαλούν  -στην αρχήν τουλάχιστον-  δυσφορίαν και άχχος.  Σταματά ο χρόνος να τζιυλά.  Η φράση "Είμαι Ζωντανός..."    αμέσως    πετά σε κανέναν κλωνίν του πεύκου τζιαι βρ...

Μόνος μου τα πίννω

Όπως φαίνεται, ήρτα Λαιστριγονίαν τζιαι εννα πιώ όσον όμορφον και μοναχικόν ποτόν εν ήπια ούλλο χρόνον.   Απόψε κάθουμαι στην πίσω βεράνταν του πατρικού μου πας τες κλασσικές πλαστικές άσπρες καρέκλες γύρω που το κλασσικό τραπέζι, με παττίχα, σύκα, χαλλούμιν, πεπόνιν, και ψωμί φρέσκον που το φούρνον του Ππίριλλου.  Εν ησυχία.  Περνά μέσα μέσα κανέναν αυτοκίνητον με σφυριχτά τα λάστιχα (σίουρα κανένας χώρκατος 17χρονος με τη γκόμεναν του) που το τεράστιον Round-About που εχτίσαν οι Λαιστριγόνιοι μπροστά που το σπίτι μμου. Ύπνον ούλλοι.  Τα μωρά, η Αγάπη, οι γονείς μου, τα σκυλλάκια, οι παπαγάλοι.  Έπαιζα Σεττάρ (περσικόν όργανον, άκρως κλαμένον και ενοχλητικόν) ως τωρά (12πμ) τζιαι σταμάτησα μόλις άκουσα τον γείτον να αννοίει τα παντζούρια με νόημαν.  Εν με έβρισεν γιατί ξέρει μας 30 χρόννια τζιαι ξέρει ότι χάννουμεν λλίον τζιαι ανέχεται μας.  Έχω μεγάλο σεκλέττιν -η μουσική φταίει, τζιαι προσπαθώ να έβρω τρόπον να χαλαρώσω.  Επίσης έκαμα έφοδον ι στην Κάβαν του Σπιτιού, την οποίαν έχω ...

Ο Κολοσσός #2

Η ιστορία του Κολοσσού επείραξε μμε, έλυσεν με.  Εννεν εύκολο μμου  να φανταστώ το τέλος της Οικογένειας μου, τη σήψην των επιτευγμάτων Της, τζιαι τη ζωήν που συνεχίζεται μετά που φεύκουμεν εμείς.  Έγραψα την γιατί είπεν μου ο τζιύρης μου προχτές που εσυζητούσαμεν ότι δέ θθέλει να γεράσει άλλο γιατί έν του αρέσκει η φάση, τζιαι εννα χάσει την αξιοπρέπειαν του αν αρρωστήσει σοβαρά τζιαι να μεν ηξέρει τί του γίνεται.  Μιλούμεν για έναν άθρωπο που χτυπά το σφυρί τζιαι το κοπίδι χαμαί τζιαι πετάσσουνται αζίνες.  Σπάζει τους κομμόροτσους σαν τα αθάσια τζιαι φκάλλει τους μορφήν ότι θέλει, σε ότι μέγεθος φανταστείς, εως 10 τόνους.  Έννεν άδρωπος που μπορεί να δεχτεί τα γεραθκειά με μοιρολατρικόν τρόπον. Εδήλωσε λλοιπόν πως άμαν καταλάβει ότι έν πάει πολλά καλά στην υγείαν, αντί να βασαννιά την Οικογένειαν του, εννα σκαλίσει έναν τάφον όπως του βασιλλιά Φιλίππου στη μμακεδονίαν που είδεν (μες σέναν λόφον, ημιυπόγειον, πέτρενον) τζιαι να χτίσει τον εαυτόν του μέσα, τζιαι να καρτερά το θάνατον ν...

Εξόριστον το Κακόν

Έ.  Μετά που μμιάν βδομάδαν  σωματικής προσαρμογής στην αλλαγήν της ώρας και των ρυθμών της ζωής, επιτέλους η Λαιστριγονία άρχισεν να μας κάθεται.   Δκυό ντούς την ημέραν, αλλαγές γκαρνταρόμπας που επιβάλλει ο αλμυρός ιδρώτας, παγωτά, 3 λίτρα νερόν την ημέρα. Πάει καλά το πράμαν.  Θα βγούμεν που το καβούκιν σιγά σιγά.  Εχτές μάλιστα εδώκαμεν τζιαι τα μωρά λλίον της γιαγιάς, τζιαι επήαμεν για καφέν στη μπαραλίαν οι δκυό μας με την Αγάπη. (απλή χαρά της ζωής που εκτιμάς παραπάνω όταν έχεις μωρά μικρά). Εκάτσαμεν ι στο Starbucks (άμπατζιαι ξεχάσουμεν τη γεύσην του καφέ της ΧΤΕρνίας), να πούμεν τα δικά μας, να κοιταχτούμεν γλυκά στα μμάτια, να τη ρρωτήσω πως είναι ο εσσωτερικός της κόσμος, να της διηγηθώ με παραστατικόν τρόπον και για πολλοστή φφοράν ιστορίες που μου έρκουνται όταν κάθουμαι παραλίαν τζιαι πιάσει με η υπερβολική δόση της καφεΐνης.  Εγέλασεν που τη χχαλαρότηταν το τρίγωνον μουσούδιν μου.  Εφάτσιησα πάσ' τη ζάμπαν μου ξαφνικά γιατί εσκέφτηκα "Δκιάολε τί ωραία να πίνν...

Να μείνουν τα Μάτια αννοιχτά

Είπα τζιαι ορκίστηκα να ζήσω τες διακοπές θετικός αυτήν την φοράν.  Όποτε έρτω Λαιστριγονίαν πιάννει με ψυχική αλλεργεία.  Είπα όχι, τούτην τη φοράν. Αννοιχτά τα Μμάθκια κάθε στιγμήν.  Αναπνοές σίουρες, γεμάτες αέραν σκονισμένον.  Ημι-Αρχηγός οικογένειας με πλατύν χαμόγελον.  Σίουρος ι στον ρόλον μου.  Κουντώ δύο μωρά σχεδό βρέφη μες τες αμαξούδες τους, 8,000 χλμ μακρυά που το σπίτιν τους.  Ταΐζω τα, ντύννω τα, περνούμεν καλά, τζ' ασ' είμαι μουσικός κλασσικός.  Ελαλούσαν μου πάντα οι καλοθελητές να σπουδάσω τίποτε της προκοπής για να φκάλλω καλά λεφτά να σαστώ ημίσιημου τζιαι να παρετήσω τες βλακείες τζιαι τες συθθέσεις.  Ευτυχώς που δεν άκουσα κανενού γιατί εκατάλαβα τωρά πως είχα εγώ δίκιον.  Ζιώ δύο μωρά, τη γυναίκαν μου (προσωρινά), έχω δικό μμου σπίτι, περνούμεν καλά, χωρίς πολλά αππώματα, σε μιαν που τες πιο δύσκολες και πολυέξοδες περιοχές της Χώρας της Ευκαιρίας.  Κάμνω 3 μήνες διακοπές το χρόνον που την πούγκαν, έχω μιαν φάουσαν μαθητές, το γράψιμον της μουσικής πάει ...

Προσωρινός Επαναπατρισμός #2

Τα παράπονα τα πρώτα για την πατρίδαν είπαμεν τα.  Αν δέν πώ τζιαι τα καλά, θα σκουλλιστώ αρνητικότηταν, τζιαι αντί να ζώ στο Σήμμερα -όπως είναι ο μεγάλος Στόχος - θα ζω στο Εχτές .  Το Εχτές πολλά το φοούμαι γιατί παρ'όλον ότι επέρασεν, καταλάβω ώρες ώρες ότι έσιη παραπάνω πυγμήν τζιαι λόον που το Σήμμερα, στη ζωήν των παραπάνω αθρώπων including τη δδικήν μου.  Αν δέν μάθεις να ξαπολάς το Εχτές , στη σκέψη σου κάθε μέρα θα είναι σπιλακωμένες οι γεύσεις όλων των εμπειριών που ετρύγισες ι στο ταξίδι σσου, τζιαι που αντί να τες χωνέψεις, να τες αφήκεις να γινούν Μνήμη τζιαι Παρελθόν , θα επιμένεις να τες ματσιουλάς σαννα τζιαι έφαες τες πριν μισό λλεπτόν.  Όταν έχεις απροσδιόριστα νεύρα, βαρεμάραν, ή αντιδράς ι στο περιβάλλο σσου σάννα τζιαι φταίσσου ούλλα, ζιής ι στο Εχτές τζιαι γι' αυτόν φταίν σου τα πάντα, τζιαι δε ξέρεις συνειδητά   πού στο Εχτές εκόλλησες. Ξέρω ότι όποτε έχω νεύρα με την Λαιστριγονίαν , έσιη  να κάμει με το Εχτές.   Άρα κανεί.  Σήμμερα, ποιά καλά τζιαι...

Προσωρινός Επαναπατρισμός #1

Αχ. Εκοντέψαν οι μέρες πάλε. Πιάννει με νευρικόν όποτε εννα πάω πίσω στη Λλαιστριγονίαν . Έπρεπεν ννα σιέρουμαι κανονικά, γιατί εννα δουν τα μωρά τον παππούν και τη γιαγιάν -καρτερούν μας πώς τζιαι πώς.  Επεθύμησα τζιαι  γ'ω πολλά την οικογένειαν μου, έχουμεν πολλά στενούς τζιαι φιλικούς δεσμούς.  Θα κάμουμεν τα καθιερωμένα τραπέζια, θα φιλοσοφίσουμεν, τζιαι θα κοντευτούμεν καλά.  'Εσιη τζαιρόν να τους δω.  Σιέρουμαι επίσης που θα έχει την ευκαιρίαν η Αγάπη να μιλήσει καλά τα ελληνικά της με άλλους εχτός από μ'έναν γιατί εγώ όλον ξητημασιές τζιαι εκφράσεις του στρατού που το 1990 της μαθθαίννω γιατί τζιαμαί έμεινα στάσιμος οπότε μιλά inappropriately. (π.χ. Την πρώτη φφοράν που επήαμεν μαζί Λαιστριγονίαν τζιαι ετζιέρασεν την η μάνα μου καφέν τζιαι κκέϊκ γεωγραφίαν, άμαν ετέλλειωσεν η Αγάπη είπεν ναν ευγενική τζιαι να μιλήση ελληνικά της μάνας μου:  εφάτσιησεν ττάππα της τζιοιλλιάς της και εκφώνησεν " εν ΚΑΒΛΑ κυρία μάμμα Διάσπορου " γιατί έτσι της έμαθα να λαλεί άμ...