Αποχαιρετιστόν
Βουβοί και οι τρείς μας, ταξιδεύουμε προς το αεροδρόμιο, δέν τρέχω, απολαμβάνω τον ήλιο που μισοκρύφτηκε πίσω απο τα κτίρια και τους δυό ουρανοξύστες . Ουρανέ, πολικό το μπλέ σου σήμερα. Κρύο, -15 η θερμοκρασία. Απάνθρωπο το κρύο, σφίγγουμε τα δόντια κοιτώντας μηχανικά το χειμωνιάτικο τοπίο, τα ασημένια γυμνά δέντρα, το αλάτι που σκόνισε το δρόμο ψές, τα χιλιάδες ξύλινα σπίτια που τρέχουν δίπλα απ' τον αυτοκινητόδρομο, τα κόκκινα φουγάρα των εργοστασίων (ακόμα και οι υδρατμοί, ο καπνός, όλα έχουν παγώσει). Παντού χιόνι, στροβιλίζει χωρίς λύπηση στις ρωγμές των γρανιτόβραχων, στις στέγες και την άκρη του δρόμου. Γύρω μας άσπρο πέπλο πένθιμο. Το καταλαβαίνουμε. Φτάσαμε. Δέ μ' αφήνουν να παρκάρω για να πάμε για καφέ. Θέλουν να τελειώνει το μαρτύριο όσο γίνεται συντομότερο. Αφήνω τ' αυτοκίνητο προσωρινά. Τρείς βαλίτσες στο πεζοδρόμιο περιμένουν ανυπόμονα. Σε κανένα δέν αρέσουν τα αντίο. Δεκαεφτά χρόνια αντίο λέμε, αυτή τη λέξη που τόσο μισούν οι μάνες. Κλαίει, με σφί...