Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Οικογενεια

Το κουτίν των ονείρων

Ο γιός μου εν υπερ-ευαίσθητος, εδώκαν πάνω του γονίδια δυνάμενα της ευαισθησίας τζιαι που τες θκυό πλευρές της οικογένειας.  Εν πλάσμαν που θωρεί μές τα μμάθκια τον άλλον τζιαι καταλαβαίνει τον εσωτερικόν του κόσμον αμέσως, τζι ας εν 3μιση χρονών μόνον το μωρόν.  Ευτυχώς, έχουμεν διάλογον τζιαι μιλά για τα συναισθήματα του ήδη μαζίν μου, έχω του πλασμένον έναν χώρον να τα διυλίζει τζιαι να τα βιώννει. Προχτές πχ που είμαστεν στη σπηλιάν της δρακούνας, ήρταν κάτι συγγενείς τζι εκαθούνταν αμίλητοι σε κύκλον μές τη μιζέριαν.  Κανένας έν έθελεν να κουβεντιάσει αφού ούλλους έσιει τους τσιλλημένους.  Ο γιός μου ήρτεν τζι εκούρρωσεν μές τα αγκάλια μου τζι εψιθύρισεν μου "Παπά, αντρέπουμαι" "Αντρέπεσαι?  Εν εντάξει, έν τους ιξέρεις, κάτσε δαμέ λλίον τζιαι παρατήρα τους τζι εννα ξιαντραπείς." "Παπά αντρέπουμαι.  Φοούμαι τους, τα πρόσωπα τους εν νευριασμένα.  Εν μαζίν μου που εν νευριασμένοι?" "Όι πουλλίν μου, εν με τον εαυτόν τους που εν νευριασμένοι...

Στο Δάσος με το γιό μμου.

Εικόνα
Παρπατούμε στο δάσος ανάμεσα στες φάρμες με τες αίγιες τζιαι τ' άλογα. Εν η πρώτη εξόρμηση στη φύση φέτος, μιάς τζι άρκεψεν η άνοιξη να μας χαμογελά τζι η θερμοκρασία έφκηκε σε υποφερτά επίπεδα.  Το τελευταίο σιόνι λάμπει μεταξύ των φούντων του χόρτου που μάσιεται να βλαστήσει. Εν πολλά τα μαθήματα στο δάσος.. Πολλές τζι οι ερωτήσεις. "Γιατί παπά εξέρανεν το χόρτο?  Γιατί έσιει δίπλα του πράσινο?" "Πού πάν τα φύλλα άμα ππέσουν?" "Πού ήταν οι πάπιες τόσον τζιαιρόν?" "Γιατί έννεν καλά να σύρνουμεν πέτρες των αίγιων?" Τζι οι απαντήσεις απλές για να τες καταλάβει το μωρόν, τριάμιση χρονών που έναι.   Έσιει τζιαι ωραία βραχούθκια γρανιτένα το δάσος. Άμα φκέννει κάποιος μιτσής πάς σε βράχον, μέν τον αχχώσεις.  Μέν δείξεις πως έσιεις έννοιαν αν θα ππέσει.  Κράτα το άχχος  σου μακρά τζιαι το βλέμμαν προδίδει ανησυχίαν αν δέν νιώθεις που τα καλά χαλαρός.   Βοήθα τον μιτσήν με πλάγιον τρόπον να μέν το καταλάβει, τζι άμα φκεί στην μούττη...

Γράμμα στον παππού

Παππούλλη μου. Πάλε για σένα γράφω.  Είπα σου "Αντίο"  την ώρα που σε εσήκωσα να σε βάλω στ' αυτοκίνητο τζιαι πως πάω στα Ξένα πάλε τζι είδες με με το βλέμμαν το δυνάμενο μα πλέον απλανές τζιαι είπες  "Πού εννα πάεις γιόκκα μου?"    Είπα σου  "Στην αμερικήν παππού", τζι απάντησες  "τζι εγώ θέλω να πάω". Τυχερός έν εφάνηκες παππού όπως σου άξιζεν να γεράσεις με το νού σου ακέραιο να κουβεντιάζουμεν τζιαι να σιέρεσαι.  Τον πολύτιμο σου τον νούν  τον πάντα ήρεμο, τον πολυμήχανο τον πολύτροπο, που εφεύρεσεν τους μύλους τότε, τον νούν που έμαθεν αγγλικά το '40 τζι εσπούδασεν  μηχανολόγος μέσω αλληλογραφίας με σχολή που την  αγγλία.   Εχάθηκεν ο πλούσιος σου σε μουσική νους, βκιολάρη μου που επαιζες τες νύχτες τότε στην προσφυγιάν, εχάθηκεν μές το κορμί σσου το σαθρό.  Τίποτε δέ θυμάσαι πλέον.   Ούτε τα παιθκιά σου.  Το πρόσωπο σου το γερακίσιο το τετράγωνο που ακόμα κουβαλά τη δύναμη σου στο πλατύ το μέτωπο μαρτυ...

Πολογιαστός

Έφτασεν πάλε τζιήνη η ώρα που φτάνει κάθε χρόνο.  Η ώρα που κρέμμουμαι μεταξύ δύο εννοιών.  Της Πατρίδας,  τζιαι της Χώρας.   Η  Χώρα μου εν δακάτω.  Τζι η Πατρίδα μου, τζιηκάτω. Αρέσκει μου η τελευταία μέρα.  Μεινίσκω χωρίς Ταυτότητα, ούτε δουλειά με ορίζει, ούτε η ιδιότητα μου η καλλιτεχνική, είμαι ένα κορμί ιδρωμένο μές το λιοπύρι που απλά περιμένει μιά μεγάλη αλλαγή.  Εν πολύτιμα τούτα, τα "μεταξύ".    Ο πραγματικός εαυτός φαίνεται την ώρα που περιμένεις, όι την ώρα που πράττεις.  Καθαρίζει, γίνεσαι απλά ένα ζώο υπο αναμονή. Εγίναν οι δουλειές, είμαι τζιαι λλίο κρυολογημένος μα έκαμα διάφορα, εμίλησα με αγαπημένα πρόσωπα που με περιμένουν, με άλλα που θα δώ ύστερα.  Σάν την προσευχή. Μα ακόμα έν το είχα νιώσει.  Τί τζι αν έβαλα τα διαβατήρια μές το τσαντάκι.  Τί τζι αν άλλαξα δολλάρια σε ευρώ  (μα τί άσχημο χαρτονόμισμα έναι ολάν!!).  Καμία εντύπωση έν μου κάμνει, εγώ ζώ στην Αν-υπαρξία της ταυτ...

Μαρτυρώ

Στην Αίγυπτο, το '83. Ο βεδουίνος κρατεί τα ρέτινα του αλόγου μου τζιαι του αλόγου του παπά μου, είμαι δέν είμαι 11 χρονών.  Περπατά νωχελικά το άλογο μές τη χρυσή την άμμο, ήρεμα, τζι ο βεδουίνος μιλά μας με σπαστά αγγλικά, να εξηγήσει τα θαυμάσια που θωρούμε μπροστά μας.  Μπροστά στη Σφίγγα εκοντοστάθηκε, τζιαι οι λαιμοί ετεντωθήκαν για να μπορέσουν τα μμάθκια να συλλάβουν την έκταση της πέτρας τζιαι τη δύναμη που αναβλύζει που μές την ξαπλωμένη λιονταροθεά.   Δίπλα εν οι τρείς οι πυραμίδες.  Περπατά το άλογο πίσω που το μάστρον του τον μαυροντυμένον, τζι εγώ έχω τυλίξει την τζιεφαλή με ένα αραχνούφαντο κάλυμμα να μέν με τρώει ο ήλιος.  Είμαι αρχαίος. Ξεπεζεύκουμεν τζιαι τα άλογα φεύκουν μαζί με τον οδηγό τους που έχει καλοπληρωθεί τζιαι μας ευχαριστά που τα είκοσι του νύσια.  Εννα έχουν να φάν τα μωρά του πόψε. Έν μου μιλά καθόλου ο παπάς μου, έννεν πλάσμαν που χρησιμοποιά τη γλώσσαν συχνά για να εκφραστεί.  Αφήννει με μόνον μου να δούν τα μμά...

Ποιός είμαι, τζιαι τα μωρά στο δάσος.

Εικόνα
Εψές, τζιαμέ που εδιαλογίζουμουν καμπόσην ώρα μπροστά που την τηλεόραση ένιωσα ξαφνικά τα πέπλα μου να παραμερίζουν, τζιαι είδα μέσα μου βαθκειά, τζιαμέ στο κέντρο του εαυτού, ίσια πάς το πιό καθαρό.  Είδα τζιαμέ που ζεί το Φώς, τζιήνος που λάθος δέν ηξέρει, τζιήνον που τον λαλούμε "Ψυσιή". Τζιαι που την αγαλλίασην μου έν έξερα τί να κάμω.  Να του συστηθώ?  Αφού με ξέρει, 37 χρόνια. Τζιαι ήταν ένα φώς ωραίο ασπροκίτρινο, με σώμα σάν το ραβδί, κύλινδρος που έλαμπε στο κέντρο μιάς θάλασσας, δίπλα του δύο σφαίρες λαμπερές.  Σε σχήμα  Φ   ήταν ενωμένες. Τζιαι μέν με φκάλετε πελλόν, πελλός είμαι ήδη. Ρωτώ τον όμορφον μου εαυτόν τον πουμέσα "Ρέ φίλε μου που σε γυρεύκω χρόνια, μα εν δαμέ που εχώννεσουν τζι εγώ εγύρευκα σε έξω μου? Πέ μου να χαρείς την όμορφην αγκάλη σου Τί ήρτα να κάμω πάς τούντον πλανήτη, πέ μου τζιαι είμαι συγχισμένος τζιαι κουβαλώ πολλά. Πέ μου ποιός είμαι." Λάμπει ο αστραφτερός μου τζιαι λαλεί μου "Είμαι ο Μαθαίνω Κατανοώ" ...

Έγινα γάρος, τζι η πεθερά έσκασεν επιτέλους.

Φτάσαμε πίσω αισίως που τα λημέρια της διαολοπεθεράς μου.  Τούντη φορά, ούτε με ενευρίασε άμεσα, ούτε είσιε χάζι.  Που την ημέρα που της εκόλλησα την τελευταία επίσκεψη, έβαλα την επιτέλους στη θέση της.  Τί σου είναι ο άθρωπος δηλαδή!  Ώς τωρά ούλλες οι μεθόδοι του ανωτέρου μου εαυτού είχαν αποτύχει παταγωδώς.   Εφέρουμουν της ευγενικά?  Παραπάνω αγένεια τούτη.  Ερώτουν την για τον εαυτό της?  Εμίλαν μόνο για τον εαυτό της.  Εσσιώπουν για να περάσουμε?  Παραπάνω εισηγήσεις για το "Πώς Πρέπει να Ζούμε Ως Οικογένεια". Εδικαιολογούσα την ώς πελλοκοτζιάκαρη, έμπειραζει?  Χειρότερα.   Που την ημέρα που της συμπεριφέρουμε σάν το γάρο, εμπήκε σε ένα παπούτσι στενό, τζιαι δέν τολμά να πεί κουβέντα. Επήεν κάτι να πεί εχτές για το ψεύτικο κινητό που παίζουν τα μωρά  -"βλάφτει τα, αππώννουνται"-  τζι αγριοείδα την, έκρυψε. Τελικά ρέ παιθκιά, έσιει αθρώπους που καταλάβουν μόνο με το απότομο τζιαι τη γαουροσύνη.   Αρνήθη...

Εξομολόγηση. Γυρεύω συμβουλές... #2 (...Ευχαριστώ!)

Προχτές, έθεσα τες σκέψεις μου για επαναπατρισμό, ρώτησα τη γνώμη σας.  Πραγματικά με συγκίνησε η ανταπόκριση.  Δέν μπορείτε να φανταστείτε πόσο με βοηθά να στερεώσω τη σκέψη μου οταν ακούω τες γνώμες και ιδέες άλλων ψυχών.  Διαβάζω, ξαναδιεβάζω όσα είπετε.  Κάμνω ένα κράμα που τες ανησυχίες, τες διαπιστώσεις, την εμπειρία του καθενός, και τα ζυγίζω.   Αν απαντήσω στον καθένα προσωπικά, θα επαναλάβω σίγουρα πολλά πράματα, άρα αποφάσισα να σας νεκατώσω ούλλους, να απαντήσω με ανάρτηση πρόσθετη, κάτω που το πρώτο κείμενο, το οποίο ξανα-αναρτώ...    Αυτές τις μέρες προσπαθώ να δώ πόση πίεση μπορεί να αντέξει το κορμί, πόση δουλειά μπορεί να κάμει καλά, πόση δημιουργία μπορεί να γεννήσει, και ταυτόχρονα να μένει ήσυχο, χαλαρό, να χαμογελά, να εν καλός σύντροφος, πατέρας που παίζει με τα μωρά.  Λέν οι παροιμίες του λαού  "παπάς που λειτουρκά πολλές εκκλησιές...."   -δηλαδή έν μπορεί να γίνουν καλά οι δουλειές αμα κάμνεις πολλές μαζί. ...

Καλώς ήρθες αδέρφι.

Αναμονή στο αεροδρόμιο.  Όλοι περιμένουν κάποιο δικό τους.  Αναμονή στους μύς του προσώπου με σηκωμένα τα φρύδια, κορμιά ζυγισμένα στις μύτες των ποδιών.    Ανοίγει η πόρτα, λάμπουν τα μάτια, ξυπνά το κορμί, ξεδιπλώνονται οι αγκαλιές σάν τα φτερά αγγέλου. Οι ατελείς κύκλοι της απουσίας ενώννουνται μεταξύ των αγαπημένων και των εραστών. Ανακοινώσεις απο κάπου ψηλά για τις πτήσεις και βιαστικοί βαλιτσοφόροι.   Ανοίγει πάλι η πόρτα.  Περπατάς αγαπημένε μου, βλέπω το πρόσωπο σου το φωτεινό να ξεχωρίζει απο το πλήθος.  Χωρίς βαλίτσες.  Πάλι τις έχασε η καταραμένη cyprus airways.  Με βλέπεις, χαμογελάς, με σφίγγεις και σου χαϊδεύω τα μαλλιά.  Καλοσώρισες καλέ μου.  Πάμε έξω για τσιγάρο. "Πεθύμισα τους -10  αδέρφι", λές και αναπνέεις βαθειά τον υγρό αέρα που μυρίζει καύσιμο αεροπλάνου και αλμύρα της θάλασσας μαζί.  Οι γλάροι χαμηλοπετούν γυρεύοντας κάτι να φάν στο χιόνι.  Και ο κόσμος περπατά με ...