Το παραμύθιν του βατράχου, του γέρακα, τζιαι του κυκλώνα.
Φίλε Ακέρα, παραμυθά πάsh, να με συχχωρείς σήμερα, ήρτεν μου παραμυθούιν, μέν το κρίνεις σκλερά γιατί έν το εδούλεψα, εν γραμμένον σε είκοσι λεπτά, έτσι όπως μου έφκηκεν ολόκληρον. Αφιερώννω σου το. ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Μιά φοράν τζι έναν τζιαιρόν μές τη μέση μιάς καταιγίδας που εκατέβηκεν που τον ουρανό σάν το κοπάδιν λιονταρκών που ππέφτει πάς τες αντιλόπες, στη μέση των βίτσων του νερού τζιαι του πελλοαέρα, την ώρα που εγύριζεν η καταιγίδα θεριεμένη να εξελιχτεί σε κυκλώνα, τζιαμέ, πάς την ώραν τούντης αλλαγής μές το δάσος που το εκατασπάραζεν ο σίφφουνας εκάθετουν ένα βατραχούιν πράσινο σε βράχο πάς την όχθην του βάλτου του σπαρμένου με θάμνους κατακόκκινους του φθινοπώρου, τζιαι περιτριγυρισμένου που δέντρα πανύψηλα. Εσίουνταν τα δέντρα τζι εφακκούσαν μεταξύ τους τα ξύλα, εσπάζαν, επετούσαν τα φύλλα ανεξέλεχτα, μα το βατραχούι δέν εφάκκαν πένναν. Μιτσήν όπως ήτ...