Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Παραμύθια

Το παραμύθιν του βατράχου, του γέρακα, τζιαι του κυκλώνα.

Φίλε Ακέρα, παραμυθά πάsh, να με συχχωρείς σήμερα, ήρτεν μου παραμυθούιν, μέν το κρίνεις σκλερά γιατί έν το εδούλεψα, εν γραμμένον σε είκοσι λεπτά, έτσι όπως μου έφκηκεν ολόκληρον.  Αφιερώννω σου το. ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Μιά φοράν τζι έναν τζιαιρόν μές τη μέση μιάς καταιγίδας που εκατέβηκεν που τον ουρανό σάν το κοπάδιν λιονταρκών που ππέφτει πάς τες αντιλόπες, στη μέση των βίτσων του νερού τζιαι του πελλοαέρα, την ώρα που εγύριζεν η καταιγίδα θεριεμένη να εξελιχτεί σε κυκλώνα, τζιαμέ, πάς την ώραν τούντης αλλαγής μές το δάσος που το εκατασπάραζεν ο σίφφουνας εκάθετουν ένα βατραχούιν πράσινο σε βράχο πάς την όχθην του βάλτου του σπαρμένου με θάμνους κατακόκκινους του φθινοπώρου, τζιαι περιτριγυρισμένου που δέντρα πανύψηλα.  Εσίουνταν τα δέντρα τζι εφακκούσαν μεταξύ τους τα ξύλα, εσπάζαν, επετούσαν τα φύλλα ανεξέλεχτα, μα το βατραχούι δέν εφάκκαν πένναν.  Μιτσήν όπως ήτ...

Σε Κήπον Γλυκοξέφωτον

Ζει έναν λειβάδιν αγαπημένον δαμέ κοντά μου, βαθκειά στο δάσος το ψηλόδεντρον, χωσμένον ανάμεσα σε τρείς πόλεις, κουλλουρωμένον πας στους κροτάφους τους γκρίζους μικρού, γραφικού τζιαι ιστορικού (με τα μέτρα της ΧΤΕρνίας) χωρκού με ξύλενα σπίθκια παλιά, του 1700. Πράσινον, εύφορον με πασιήν μαύρο χχώμα, επέρασεν την ζωήν του παρέαν με τους αθρώπους -άλλοι αγαπήσαν το, άλλοι επατήσαν το. Δαμέ σε τούντην γήν εγίνην μεγάλον ματζιελλιόν, τότε που οι πρώτοι μετανάστες οι καταπιεσμένοι, εσφάξαν τους εγγλέζους κοchινοχειτώνες που ήρταν να τους καταστείλουν την επανάστασην τους. Εκάμαν τους ενέδραν οι αντάρτες, χωσμένοι μες το λειβάδιν, τζιαι άμαν εκόντεψεν το εγγλεζοασκέριν επεταχτήκαν πάνω τους με αλαλαγμούς, αιφνιδιάσαν τους, τζιαι εσφαγιάσαν τους με τα μουσκέττα τζιαι τες λόγχες, τες τσάππες τζιαι τα μεγάλα τους χορτοδρέπανα (όπως του χάρου). Έτσι άρχισεν η πρώτη μεγάλη μάχη της ανεξαρτησίας. Όταν εκαθαρίσαν τον τόπον που τα κουφάρκα των στρατιωτών, επιάσαν τα δικράνια τους τζιαι επή...

Ο Κύριος Δίλημμας ο Λυγιστός Ιερέας

Αρχής του χρόνου το σικκήρτισμαν τζιαι οι ερωτήσεις της ζωής. Μαθητές τζιαινούρκοι  έρκουνται κοντά μας, μαθητές φεύκουν μας -τζιήνοι που έν πιάννουν τη μμουσική (ούστ   ττόππουζοι).    Σχεδιάζουμεν πυρετωδώς πας σε πολύπλοκους χάρτες τες μακρινές άβολες διαδρομές που ταξιδεύκω  καθημερινά για να διδάσκω πιάνον ροκώλους τζιαι μεγάλους στα σπίθκια τους έναν έναν τζιαι να αποφεύγω το rush hour.  Ο σκοπός είναι να τους βάλουμεν ούλλους της ιδιας πόλης την ίδιαν ημέραν αν γίνεται, να μπορώ να διδάσκω πολλούς  χωρίς να κρούζω υπερβολικήν πεζίναν.  (ήδη περίπου δύο τάνγκια την εφτομάδαν υπολόγισα δυστυχώς)    Η Αγάπη, ντυμένη την αστραφτερήν πανοπλίαν της, δηλώννει πανέτοιμη να ξαναδιδάξει, έστω τζιαι 2-3 μέρες την εφτομάν μετά που έναν ολόκληρο χρόνον αποχής  (αμήηηην  ψάλλει η πούγκα μου!) λόγω κρεβατώματος που την εγκυμοσύνη, πολλά οδυνηρής γέννας με καισσαρικήν, τζιαι της υπέροχης μεταγεννητικής καταστάσεως εχτάχτου ανάγκης, χάους, ξαγρύπνιας μόνιμης που τραβά το πλάσμαν όταν έχει νεογέν...

Κύριε Άχχε, Γεωργέ...

Κάθε χρόνον τούτην την  εποχή, λλίον πρίν να ξεκινήσει ο χρόνος, μές την αστάθεια των εγραφών της σχολής τζιαι πρίν να αρκέψω να γράφω νέον κομμάτιν,  μές το Κενόν μεταξύ των Διακοπών τζιαι της Πάλης, γεμώννω Άχχος που τα νύσια ώς την τζιεφαλήν.  Το αδρωπούιν μές το ννούν μου παράγει το μες τους μύλους του σε ποσότητες πέραν των 10 λίτρων τη μμέρα, τζιαι πιτά μου το μες τες αρτηρίες μου μυρωδάτον, γοργόν, τσιμπιδερόν.  Έ.  Για να μου το στέλλει με τόσην όρεξην τζιαι αφθονίαν, κάτι ξέρει, εν ευλογία.  Αλώπος χρειάζουμαι το για να ταράξουν τα νερά.   Μετά που τόση χαλαρότητα τρίμηνην καλοκαιρινήν, χρωμοσκέψεις, σπορομάζεμαν εσσωτερικόν πολλύν,  η διάθεση μου τζιαι ο Κόσμος μου ο Έξω  εγίνειν όπως το χωράφιν το κατάξερον, γεμάτον γαουράγκαθθα τζιαι σιτάρκα θερισμένα.  Παραμελειμένον.   Άτε.  Έν τζιαιρός να οργωθεί τζιαι φέτος το χωράφι.  Το Άχχος μου εκατάλαβα (μετά που χρόνια σκέψης -παλλιά επαρεξήγουν τα κίνητρα του)    πως έννεν εχθρός μου.  Εν ο Ρεσπέρης που έρκεται τζιαι σάζει κάθε χ...

Αποχαιρετιστόν #4. Το Καράβιν φεύκει.

Κυριακή πρωί σαλπάρουμεν.    Σήμμερα ήρτεν η ώρα να φορτωθούν οι κασέλλες, οι σάκκοι, οι βαλίτσες, τα χωράφκια, οι ελλιές, οι λόφοι, τα χαμόγελα, οι αγαπημένοι μου,  οι μυρωδκιές, τα λόγια,  τ' αμπέλλια.  Ούλλα εφορτωθήκαν  στη σειρά,  ευλαβικά στοιβασμένα  σε ράφκια σαρακοφαϊμένα που το θαλασσόνερον.  Σπιλακωμένα πάνω τ'άλλου  θα καρτερούν το λιμάνιν του Νέου Κόσμου να πιάσουμεν, κρυμμένα μες τα βάθη του καραβκιού μου που ατίθασον τραβά τα σσhιννιά ανυπόμονα, δκιάζεται να σαλπάρει.   Σσιωπητή  ρεμβάζει η Γαλανή ,  έκατσεν στο τιμόνιν τζιαι καρτερά με πομονήν τζιαι σοφίαν, ντυμένη στ' άσπρα.   Κουφόβραση. Κατράς, αλμύρα, δρώμαν.  Τρίζουσην σαν αννοίουν αγιωμένες οι μπουκκαπόρτες.     Στην προκυμαία γυροφέρνω το κορμίν μου ανήσυχα, τζι ο Άγριος Ζώος  προετοιμάζει αχχωμένος την οικογένεια για το ταξίδιν το υπερΑτλαντικόν.  Ο   φίλτατος Κανένας που τα φορτώννει ούλλα με τόσην προσοχήν τζιαι λογικήν, βάλλει μέσα τελευταίες τες πολύτιμες μου εικόνες που εκουβάλαν τόσες μέρες μ...

Αποχαιρετιστόν #1

Πας στο βουνόν, τζιαμέ που ο Πρώτος Βασιλιάς ήβρεν το Μέγα Σύμβολον που 'ματοτζιύλησεν τον κόσμον ούλον,  εξέβηκα με τ' αυτοκινητούϊν.  Εκατέβηκα.  Στο Πέτραινον Καστέλλιν,  που εχτίσασην οι καλοήροι δέν επάτησα.  Σε Βράχον ξιδόνταν μαυροτζιέφαλον εσκαρφάλλωσα,του Μάστρου γειά σου να του πω, αντί τον Άθρωπον να πάω προσκυνήσω.   Ασκομάχησα.  Τα ρούχα μου εσχιστήκασην πας τες παλλούρες.  Εμύρισεν μου ο σχίννος τζιαι η μερσινιά, τα σαπημένα σύκα της αρκοσυτζιάς, τζιαι η σπατζιά (πολλά ερωτική αλήθκεια η μυρωθκιά της).  Ως τζιαι το ττόζιν που εσηκώννετουν που τες παθκιές μου, ωραία μου εμύριζεν.  Τα σάνταλα μου  εβαφτιστήκαν χωματσιάν, πίσσες του πεύκου.  Ακκάσαν με οι πέτρες του βουνού, δέν με εθέλασην στη ράσιην τους να φκώ.  Στην μούττην, σ'εναν κούφωμαν ατόν εσκότωσα, έφα του το βλαντζιήν του.  Έκατσα ώρες μανιχός μου, στον λάλλαρον το στροντζιυλόν, άννοιξα τα ρουθούνια μου καλά, να πιούν να ξεδιψάσουν ρίζες, άννοιξασην τα μμάθκια τζιαι τα τρία, ούλα να τα ρουφήσουσην.  Κά...

Το Παραμύθιν του Κολοσσού

....στον τζύρην μου, που πέτρες καταλλιή. ---------------------------------------- Το Παραμύθιν του Κολοσσού. ----------------------------------------- Μάστρε μου γλύπτη  αιωνοπνεύστη, αδρόν τα σιέρκα σου με φκάλαν τζιαι γενάν, κονταροφόρον, πρί χρόννια που 'σκαλίσασην  το δύστοκον κορμί μμου. Δεκαπεντάπηχον με ποίησες, αγέρωχα να ποταννιώ δίμετρες ζάμπες τζιαι δκυό μπράτσα  βαρυπάλαμα. Στο κήπευμα σσου το πετραίον ο κηδεμών, γλέπω το χείρωμαν σου Μάστρε, -αγάλματα χαζίριν εκατό. Τα λόγια σου τα υστερινά 'θθυμούμαι: "Ευθύνην σου αφήννω, ώ πέτρας ποίημαν, δαμέ να μείνης πυλωρός, του κήπου ακρίτας, σύνοικος τζιαι πρυμνήτης να'σαι τους άλλους πετρωμένους εκατό, δικαίως να κυβερνάς" Είπες τα τούντα λλία τζ' έσσιυψες. Δίπλα μου Τύμβον έχτισες κουτσά κουτσά με τον μαλάν,  τζιαί έμπης μέσα τζιαί 'κατσες. Στην τελευταίαν κέραμον πηλός ερίχτην τζιαι 'χτίστεις μες τα σκοτεινά, να καρτεράς ν' αναπαυτείς. Τα Χρόννια ερέξασιν τζιαι 'πήαν. Τζιαι τα παιδκιά σ...

Ο Γέροπαππούς ο Ποταμός

......στον παππούν μου που τον εκατάλησεν πηλέ, το καταραμμένον το Αλσζχάϊμερ. ------------------------------------------------- Στην πόλην μου την άλλην, τη θθετήν τρέσιη μεγάλος ποταμός κουλλουρωτός πλατύσιηλος λεισιήνες τυλιμένος τζίτρινος μαύρος σκοτεινός. Εξέππεσεν, έσιη τζαιρόν τωρά τζι δόξα του επνίηκεν μες στα βαθκειά με τ΄άσπρον το παμπάτζιην που 'ξηλείφτην -τόνους τζιαι τόνους εκουβάλαν κάποτε   στη ράσιην του περήφανα. Γέρος φαφούττης έμεινεν, ξηδόντας,  τες τούβλενες τες φάπρικες στες όχθες του εκλείσαν οι μαστόροι τζιαι εσιγήσαν οι τροσιοί, οι φτερωτές, τα εργαλεία τζι' οι βούφες του ρευμάτου που κάποτ' εκυβέρναν τζιαι δίαν τους πνοήν αγιώσασην εππέσασην να τζοιμιθούν  στην αγκαλλιάν του την υγρήν. Τζιαι τα ξιψυσιησμένα σίερα τραβωλοά στην Μάναν του τη θάλασσαν  πέρκι καλάρει το θθυμόν   τζιαι ννειάτα πίσω δώκει του. Αρνιέται τον η Αθάνατη: "Τα χρόννια σου επεράσασην τζιαι η χρειά σου ετέλλιωσεν. Καρτέρα γιέ μου πιον το θθάνατον της ξερασίας λύτρωση στ...