Δεντρόν εγίνηκα, του ποταμού.
Η κρυψώνα μου στον ποταμό κάτω που το πεζούλι το κούγκρενο περιμένει με κάθε βδομάδα ανυπόμονα σάν την ερωμένη την κρυφή. Αριστερά που το καταδικασμένο δέντρο. Πίσω που την Κλαμουρισμένη Κερασιά. Το καταδικασμένο δέντρο κάθε χρόνο γύρνει παραπάνω, μιά μέρα (σίουρα εννα είμαι δαμέ οταν συμβεί) εννα βουττήσει στο νερό με φωνή μεγάλη να ποταμιστεί. Ούλλη μέρα θωρεί το θάνατον του στα μμάθκια τζιαι περιπαίζει τον. Ας μάθουμε τζι εμείς. Κατεβαίνω τα σκαλιά τελετουργικά. Γίνουμαι τζιαι γώ δέντρον πασιόφυλλον θωρώ κλωννιά να βλαστούν που τους αγκώνες τζιαι τα δάκτυλα μου. Θωρώ ρίζες να κωλοσύρνουνται κάτω που τα πόθκια μου ξαπόλυτες. Κάθουμαι τζιαι τρυπώ τα χώματα. Αφήννω να ππέσουν που πάνω μου τα προστατευτικά κομμάθκια του χοντροφελλού μου: η οικογένεια, το σπίτι, οι ευθύνες, οι μαθητές, οι συνθέσεις, η κατζία, η καλοσύνη, η δύναμη, τα χαμόγελα, η τρυφεράδα, οι γνώσεις, η ημιμάθεια, οι εμμονές, η α-ταξία, ούλλα πετάσσω τα πάς το κουγκρίν να λιαστούν τζιαι να με αφήκουν ήσυχο. Κο...