Ματωμένες πέτρες
Τέσσερα αρκοπέζουνα του Μαζωτού. Έντεκα κουρκουτάες. Τζι έναν κουπάϊ στρούφοι πασιόκωλοι. Φόος τζιαι τρόμος των αγαλμάτων, πηγή άγχους για το μάστρο-γλύπτην τζιαι τη μάναν μου. Μπαίννουν μές τα κλουφκιά των όρνιθων τζιαι τρών φαϊν αβάτταν, σικκιρτίζουν τες τζι έν μας γεννούν αφκά. Τζι οι πέζουνοι κάθουνται πάς τη κκελλέν του Πετραίου, της Ευρώπης, της Οικογένειας, της Πρώτης Απριλλίου, πάς τη κκελλέν των Σιαμαίων, τζιαι ξαπολούν τσιλλάρες. Τρίψε τζιαι να τρίψεις τες πέτρες κάθη μέρα μές τον νήλιον πάς τες σκάλες. Πόσον. Τζαι ππέφτει πάνω μου η ευθύνη να τα καθαρίσω, πάντα εμέναν. Εγιώ που μούγιαν έν ηβλάφτω ποττέ μου, που ζιώ λαλώ μόνον για την ομορκιάν τζιαι την αγάπην, εγιώ με τα σιέρκα τα μαλαχτά, παράξενον έχω ταλέντον στο σημάϊν που μιτσής, μάστρος τ' αεροβόλου, τζιυνηός, χάρος των κουρκουτάων τζιαι των πουλιών. Πιάννω το θρυλικόν Γουέμπλεη τ' αεροβόλον που έν χάννει ποττέ του, τζιαι φορώ στο σώμαν μου τον αντρισμόν τον...