Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Σώμαν.

Ματωμένες πέτρες

Τέσσερα αρκοπέζουνα του Μαζωτού.  Έντεκα κουρκουτάες.  Τζι έναν κουπάϊ στρούφοι πασιόκωλοι.  Φόος τζιαι τρόμος των αγαλμάτων, πηγή άγχους για το μάστρο-γλύπτην τζιαι τη μάναν μου.  Μπαίννουν μές τα κλουφκιά των όρνιθων τζιαι τρών φαϊν αβάτταν, σικκιρτίζουν τες τζι έν μας γεννούν αφκά.  Τζι οι πέζουνοι κάθουνται πάς τη κκελλέν του Πετραίου, της Ευρώπης, της Οικογένειας, της Πρώτης Απριλλίου, πάς τη κκελλέν των Σιαμαίων,  τζιαι ξαπολούν τσιλλάρες.  Τρίψε τζιαι να τρίψεις τες πέτρες κάθη μέρα μές τον νήλιον πάς τες σκάλες.  Πόσον. Τζαι ππέφτει πάνω μου η ευθύνη να τα καθαρίσω, πάντα εμέναν.  Εγιώ που μούγιαν έν ηβλάφτω ποττέ μου, που ζιώ λαλώ μόνον για την ομορκιάν τζιαι την αγάπην, εγιώ με τα σιέρκα τα μαλαχτά, παράξενον έχω ταλέντον στο σημάϊν που μιτσής, μάστρος τ' αεροβόλου, τζιυνηός, χάρος των κουρκουτάων τζιαι των πουλιών.   Πιάννω το θρυλικόν Γουέμπλεη τ' αεροβόλον που έν χάννει ποττέ του, τζιαι φορώ στο σώμαν μου τον αντρισμόν τον...

. "Ο Δράκος" .

Εικόνα
Τούτος εν ο Δράκος μου.  Ετέλειωσα τον σήμμερα.  Έτριφα τον έσιει που το πρωίν να γυαλλίσει.   Άρκεψεν πέρσυ το σεπτέβρην την ημέραν που ήρτα πίσω τούντο έργο, τζιαι κάθε φοράν που μου εμίλαν εκόντευκα του τζι επίντωννα λλίο λλίο.  Εν μάρμαρο της περιοχής, σκλερόν πολλά, επαίδεψεν με κάμποσον.  Εν αυτοπροσωπογραφία της φάτσας της ψυσιής μου. Τούτος ο Δράκος μου εν ο Μάστρος της Ελευθερίας, για λλόου του γράφω τζιαι σκαλίζω,  τζιαι δείχνει μές τη σφίξην του την ευθύνην της ελευθερίας, του είναι βάρος δυσκολοκουβάλητον η ελευθερία τούτη τζιαι σφίγγεται με ούλλην του τη δύναμην να την τραβήσει πίσω του για να παρπατήσει.  Τεντώννει το λαιμόν, σφίγγει τα δόγκια του τζιαι τραβά το σώμαν του . Έτσι εν η ελευθερία.  Πολύπλοκη κατάσταση νού.  Τζι ο έτοιμος άθρωπος μόνον μπόρει να σηκώσει το βάρος της, τζιήνος που έσιει μύς δυνάμενους να την αντέχουν. Σιερετώ.

Εποχή Αποχής

Τζι αφού έγραψα ακόμα εφτά κομμάθκια, τούντη φορά για σόλο σεττάρ, ΕΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ επιτέλους.   Επήε θκυό μήνες το αγκάστριν της ψυσιής μου.  Το ουράνιο σέχς τζιαι το δίμηνον του μέλιτος  έκαμεν τον κύκλον του, εποφκάρτηκα, τζι εκλείσαν οι πόρτες της δημιουργίας. Τζι ήρτεν η ώρα της εκκόλαψης. Εν σημαντικό να ξέρει ο άθρωπος τα όρια του. Εβρέθηκα τωρά στη μέση μιάς άνοιξης βροχερής δακάτω στη βόρεια αμερική, να βαρκούμαι τους παραπάνω μου μαθητές τζιαι τες απαιτήσεις τους γονιούς τους, να θέλω να ξεκουραστώ. Ακούω εισηγήσεις...

Πτού που την αρκήν..

Έγραψα πρί λλίον τζιαιρόν ένα πόστ που ελάλεν περίπου "κάθε φορά που πλάθω κάτι σημαντικό, κάτι σπάζει αμέσως κατα τύχην για να μου χαλάσει τη χαράν μου"  τζι ότι έν γίνεται κουμπάρε να εν σύμπτωση.  Πόσες φορές να με μουνουχίσει το ίδιον μου το κορμίν τέλλεια πάς τη χαράν μου. Επαναλαμβάνω το πόστ πόψε.  Εξαναγίνηκεν το κακόν. Εμάχουμουν το μεσημέρι να ετοιμαστώ να πάω να γράψω το τελευταίον κομμάτιν της σειράς, τον Οργασμόν της Ψυσιής δηλαδή, τζι είπα 'ας πάω να μαειρέψω κάτι να φάν τα μωρά, να μέν είμαι τέλλεια άχρηστος πατέρας σήμερα'.  Σάν έκαμνα τηάνισην να μαειρέψω σπανακόρυζον, έπιασα να ανοίξω την κονσέρβα της τομάτας τζιαι δέν την άννοιεν το ανοιχτήριν καλά, τζι εγώ ο βλάξ που πετώ σε άλλους ουρανούς τζι ο νούς μου εν λλίος, άρπαξα έναν πηρούνιν με νεύρα να το μπαρρώσω μές τα σιείλη της κονσέρβας να την ανοίξω με τη βία πρίν κρούσουν τα κρομμύθκια μου.  Κάμνει μιάν απότομην κίνησην η κονσέρβα, τζιαι σε κλάσματα του δευτερολέπτου έκοψα το καλόν μου ...

Ο Χορός του Έρωτα

Εικόνα
Τζιαι μετά που το κομμάτιν της αναπνοής, έρκεται ο Χορός του Έρωτα.  Εχόρεψα τον εψές που τις δέκα, εδώθηκα του Έρωτα ώς τωρά, ξύπνιος ακόμα δεκατέσσερις ώρες μετά την αρκήν του, εξουθενωμένος.  Τζι έγραψα το μονονυχτού. Έγραψα πόψε, σήμμερα, για τον οργασμόν της ψυσιής, της ψυσιής που ξέρει να κραθκιέται άμαν κάμνει έρωταν, της ψυσιής που σάν δημιουργεί ξέρει να κραθκιέται τζιαι να πολλυνίσκει την έκσταση  της λλίη λλίη, ξέρει πώς να τραβήσει πίσω, να μέν τελειώσει, να καρτερά, τζιαι στο τέλος με την έκρηξην της πλυμανίσκει το σύμπαν με το σπέρμα της δημιουργίας. Πόψε είμαι ο Άντρας που ονειρεύκουμαι να γινώ.  Με ψυσιήν που βιώννει το πάθος τζιαι τον Έρωταν ώς τα βάθη του κορμιού.   Μπολιάζω σε πλάση μου με το σπέρμαν μου τζιαι τον οργασμόν μου. Τζι έτσι αννοίουν οι Πύλες της Παραδείσου.  Τούτον εν το Κλειδίν.

Το χάσιμο του πολέμου.

Σκατά. Πίννω τσιάρους πάλε, φουγάρο κανονικό.  Έχασα, τζιαι μαζί τη δύναμη μου να αντισκέκουμαι. Εν τούτα τ' αρτζίθκια που έχω? Έν κανεί που χάννω μάχες βίρα, επηρεάστηκεν τζι η χημεία του εγκεφάλου μου πάρα πολλά αρνητικά, σε σημείον να με προλάβει η περιβόητη Θλίψη που με βουρά.  Τόση δουλειά γαμώτο να της ξεφεύκω που στιγμή στην άλλη στιγμή, τόσο τρέξιμο που κάμνω κάθε λεπτό της ζωής για να είμαι πάντα λλίο μπροστά που τα δόντια της τζιαι τες παθκιές της που ακούω συνέχειαν να έρκουνται πουπίσω μου, τζι εκατάφερα ο μαλάκας  με τον πόλεμον του τσιάρου να εξουθενωθώ τζιαι να με προλάβει η σκρόφα. Θλίψη, μισώ σε. Κάμνεις τη μουσική να ακούεται άχαρη, τα αγάλματα μου παλιόπετρες, τζιαι τους δικούς μου ξένους.  Το φαϊν ανούσιο, τη μιλιάν αχρείαστη, τα όμορφα ασιημίζεις τα, τα μαθήματα ξιχάννεις τα, τη δύναμην καταλιάς την, τζι αφήννεις με όφκερον, κουφόν, αν-αίσθητον. Θεέ που ακούεις, θα εδίουν το δεξί μου σιέρι θυσίαν αν έπιαννες τη Θλίψην τζι έφευκες την....

Η βίδα, το τραύμα, τζι η θεραπεία του υπογείου.

Η σχέση μου με τες βίδες έν ήταν ποττέ καλή.  Αποφεύγω τες. Είμαι μουσικός, νάκκον μαλαχτός, άθρωπος τάχα του πνεύματος.  (Ξεγελά το παρουσιαστικό μου τζι ο όγκος μου που δυστυχώς με κάμνουν να μοιάζω με σπαρτιάτη πολεμιστή αρχαίο)    Είμαι  λεπτός άθρωπος πουμέσα μου.    Τα γράσα νεκατσιώ τα.  Τα εργαλεία φέρνουν μου αλλεργία με σπυρούθκια. Μόλις πιάσω στα σιέρκα μου οτιδήποτε χρειάζεται συναρμολόγηση λούννει με κρυός ιδρώτας, τρέμω, τριβιτζιάζουμαι, γίνουμαι νευρικόπελλος, ξιτιμάζω τους πάντες τζιαι τα πάντα, πετάσσω πράματα, τζι ύστερα καμιά φορά λούννουμαι του κλαμάτου.  Παράλογο?  Ναί.  Έ, μα έχω παιδικό τραύμα δώρον του πατέρα Διάσπορου ο οποίος εν πλάσμα που δισπυρκά με το παραμικρό  (ας πούμε αν πάει να αλλάξει μιά λάμπα τζιαι δέν βιδώννει καλά μές το φωτιστικό, φκέννει η πίεση του τζιαι βάλλει τες φωνές, σφίγει την τζιαι τελικά σπάζει ή το φωτιστικό ή η λάμπα)    (δεύτερο παράδειγμα: αν χαλάσει ότιδηποτε μές ...

Ανησυχώ.

Παρ' όλο που είμαι καλά τζιαι φκάλλω παραγωγή μουσικής τζιαι πέτρας κάμποση δίχα να υποφέρει πολλά η οικογένεια μου ή η δουλειά μου (την οποία έκοψα κάμποσο φέτος -μα τί ωραία να δουλεύκει το πλάσμαν 4 μέρες αντί 6, έγινα άλλος άθρωπος), αχχώννει με ιδιαίτερα το γεγονός ότι απομονώθηκα εντελώς που τα άλλα πλάσματα.  Κάν να γράψω έν μου έρκεται. Χτίζω μέσα μου, χτίζω μόνο με υλικά δικά μου, τζι ο έξω κόσμος   -ακόμα τζι οι κολλητόττεροι τους κολλητούς μου, φαίνουνται μου ξένοι.  Τζι ανησυχώ.  Έν επικοινωνώ, ούτε Υπάρχω.

Ο Αγροφύλακας του Κήπου/μέρος β'

Πλώννει τα φύλλα της ντυμένη πομονήν του φταίχτη η σσιωπή. Τζιυλά ολογαίματη μές τα σοκκάτζια. Μέρες, 'φτομάδες  μπήει τες αγκαθθόριζες τρυπώννει στες χαραμαθκιές τζιαι τα κλειστά παράθυρα σπάζει τα τζιεραμίθκια με τα δόγκια της γεμώννει σάν την άρκαστην σκάλες τζι αυλές τυλίει κολώνες, νυχοτσακρά τες ξώπορτες τζιαι συννεφκιάζει νηλιακούς. Έτσι μπαίννει, Κόρη ολόμαυρη  κρυφά τζι ακάλεστη στα σπίθκια η σσιωπή (δήμιος τζιαι νεκροθάφτης) Δέ την! σσιεπάζει τα κορμιά τους με το φόρεμαν της. Ακούραστη.  Καλπάζει μές τα δίχωρα. Σφιχτοτυλίει τα κρέατα τζιαι σαβανώννει τζιαι με τες φούχτες ανοιχτές φτζυαρίζει μανιασμένα σπάζει τα μάρμαρα τζιαι σκάφκει λάκκους μές τες κουζίνες μές τα σαλόνια να τους θάψει Τζιαι πίσω της Γυρίζει σάν τον όγρακον ο Ζωντανός   τζιαι κουτσουβλά ποδοπατά πομέθυστος τζιαι μουγκανίζει. "Τί  έκαμες δαμέ Γιωρκή?" Ήνταλως να γελάσεις τέθκοιου κρίματος? Βουρά σε μέρα ννύχταν να σε φάει. (Τον άουστον, άμαν ε...

Το Εργαστήρι, τζιαι το μασιαίρωμα.

Εξανάστησα το εργαστήρι μου της ξυλογλυπτικής τζιαι της πέτρας, που ήταν έρημο τζιαι γεμάτο παλιοπράματα πεταξούμενα που το 2004 έτσι τζαιρόν.  Εμεγαλώσαν τα μωρά, τζι εννα έχω λλίο χρόνο να κάμνω γλυπτική φέτος.  Τρών με τα σιέρκα μου.  Έπιασα τζι έκαμα το σιόνι, έβαλα τα εργαλεία μου στη σειρά, εγόρασα τζιαι άλλα.    Έτοιμο το εργαστήρι του στοιχείου της γής, τζι έτοιμο το άλλο,  του αιθέρα  (το στούτιο της μουσικής).   Άτε, αλλο δύο εργαστήρια να κάμω, του νερού, τζιαι της φωθκιάς, τζι εννα ολοκληρωθεί ο κύκλος της ζωής που γυρεύκω. Είχα ξανά εργαστήρι.   Το 2004 τον οκτώβρη έκλεισα  το απότομα, τζιαι δέν το ξανάνοιξα που τότε.  Εφοήθηκα.  Πρώτη τ' Οκτώβρη εκινδύνεψα να χάσω τη ζωή μου σάν εσκάλιζα έναν τεράστιο λωτό πάνω σε κορμό ξύλινο, τζιαι που τότε έν εξανασκάλισα, ώς τωρά. Ήταν πρωί δροσερό, τζι έν ήμουν καθόλου καλά (τζιαι πόοοτε είμαι καλά!)    Είχα έναν κορμόν άσπρο,  ωραίο κορμό πάνω στον πάγκο, ...

Ο Αγροφύλακας του Κήπου

Ξυπνά έναν πρωίν  ο Αγροφύλακας του Κήπου Ξυπνά αντζιελοσσιασμένος τζι έτοιμος για γαίμαν -εθώρεν μαύρον όρομαν εψές την επανάστασην που του επουλήσαν οι δασκάλοι ("ήντα δουλεύκεις ρέ?  Για να τα σιέρουνται οι ρέπελοι τα πωρικά σου?"  -είπαν του) Ξυπνά με μμάθκια κότσσιηνα, σουζουλησμένος Πιάννει στα σιέρκα του τη τσάππαν του τη βαρετήν την  αγιωμένη που εκάθετουν τόσον τζιαιρόν αχρείαστη ξημαρισμένη μές τα κόπρικα του στάβλου αρπάσσει το δρεπάνιν τζιαι κονίζει το Φορεί τα τσιόλλια του ζαβά, τη βράκαν του, καβαλλιτζιέφκει τη φοράαν, κλωτσά της νάκκον να 'φηνιάσει τζιαι φκέννει στους δρόμους του χωρκού ανεμοκουβάλητος άγγελος μαύρος δρεπανάς στραός τζιαι μαγεμμένος τζι όποιον ιβρίσκει ομπρός του που του έφταιξεν: πανταλονάν πο' σιει δουλειάν, τραπεζικόν, τζι όποιον επήε σκολείο τζι ετέλειωσεν το, διά του θκυό τσαππιές πάς τη κκελλέν, ποσπάζει τον. Τζι ώς που να τελειώσει το έργον του το ιερόν επλύμανεν  τη γειτονιάν με κρέατα κομμένα τους φτα...

Ύμνος ις την παττίχαν

Ομορφοπάττισιε δεκάκιλε τζιαι  στροντζιυλέ πρασινομμάτη πάτσαλε που σάν τους βύζους κρέμμεσαι της  γελαστής πασιάς παττιχοπούλενας στο Τζίτι κάτσε πάς το τραπέζι μμου μόνος να σε γιορτάσω του νήλιου γιέ αψέκαστε αλίπαστε πολλοκοκκόνη σσιήζω τη σάρκα με τα νύσια μου τωρά τη τσακριστήν τζιαι τρέχουν τα ζουμιά σου βουττώ τα σιέρκα μου τζιαι σκάφτω σε τα γένια μου, το στόμαν μου γεμώννουσειν με τη ζωή σσου τζι η μούττη μμου βυθίζεται ώς τη μέσην της στα τάρταρα του καρτουππιού που την εβούττησα για να τρυγήσω Ρουφώ, ρουφώ αχόρταα τζιαι μουγκανίζω σά διψασμένος ασκητής στην έρημον ρουφώ για να πνιώ, να ποσπαστώ τζιαι κολυμπώ το κύμμα σσου το κότσσινον ώς τα βαθκειά για με χάσουν. κλείει ο λαιμός τζι μούττη μου εγέμωσε ζουμιά τζιαι μπαίνουν μές τους βρόχχους μου οι αγγέλοι σου Πάρε με πέρα ις τον Άδην παττιχοκάμωτε μου χωράφιν να γινώ για να βλαστήσουν οι κοκκόνες σου μές την τζοιλιάν Πάττιχον μέσα μου τζιαι γώ εννα γεννήσω.

O Εγωισμός τζι ο Έρωτας τζι η Αθθούλλα

Πείσμαν πως μ' έπιασε.   Άντρα πολεμιστή. Πάλην ομηρικήν με Τροία την Πέτρα την Αθθούλλα ολόκληρος πόλεμος δεκαετής μιάς εφτομάδας μάχη αντοχής.   Με τον ογκόλιθο πάλη.   Με τα όρια του κορμιού.  Με την καρδία στους 150 συνέχεια.  Δρώμαν.  Κραδασμοί.  Ομήρου πάλη ηρωική.   Πάλη ολοήμερη.  Πολύωρη όσον βαστά τη γήν το φώς του ήλιου φωτισμένην.  Μιάν εφτομάν έν εσιγήσαν τα εργαλεία, τζιαι ξεκούραση καμμιά δέν είδα, τζιαι σιωπή του νού πολλήν ήβρα. Κρατώ, ακάμα τζιαι στον ύπνο μου,   σφιχτά, σμιλάρι χογλαστό μές το κρουσμένον μου τζιαι ξιφτισμένο γάντιν το ολόλαο που το Σπαστήραν τρυπημένο.   Μες  την αγκαλιάν του καύσωνα.  Τζιαι που του κορμιού την πηγήν το δρώμαν ποταμός.   Φακκώ.  Φωνάζω.  Λλιοψυσιώ.  Σσιύφκω χαμηλά να την τρυπήσω, κάθουμαι πάνω της να πλάσω τες καμπύλες.  Πετούν γυρών μου βίαια τζιαι με θόρυβο κομμάθκια σάν το πέτρενον το κρέας, τζι η Αθθούλλα πιάννει με κάθε μου σφυρκάν...

Εφήμερη τέχνη/αντίδραση.

Εικόνα
Ήρτεν τζιαι φέτος το πολυπόθητο σαββατοκυρίακο που πάμεν μόνοι μας στην πόλη χρυσοχούς στο ωραίο ξενοδοχείο με το σπά τους αγίους αναργύρους.  Μα αρέσκει μου πολλά.   Αφέθηκα στην περιποίηση με πολλή άνεση τούντη φορά, ώς τζιαι χαμάμ με τα πηλά εκάμαμεν.   Εχαλαρώσαμεν καλά με την Αγάπη, εχρειαζούμαστεν το, εμιλήσαμεν  -εν τζι η επέτειος του γάμου μας τούντες μέρες, είπαμεν τα δικά μας, ήβραμεν τα στα σημεία που εθέλαμεν να τα έβρουμεν, στα 'δύσκολα' που συζητούμεν.   Έκαμεν πολλύ καλό.  Η παρέα που επήαμεν μαζί τους ήταν πολλά σφιχτή τζιαι ξενέρωτη  (ενοχληθήκαν με την ελευθερία μου  -εγώ πειράζω κόσμον άμαν πάω κάπου..)   μα πάλε εμείς εκάμαμεν τα δικά μας. Τζιαι για δύο πολύτιμα πρωινά, πρίν ξυπνήσει η Αγάπη να της φέρω φραπέ στο κρεβάτι, κατά τες 6 εφορούσα τα ειδικά ρούχα της ερήμου που έφερα μαζί μου,  τζι έφκεννα τα βουνά δίπλα στο ξενοδοχείο που τον ποταμόν τον θειούχον ώς τη ράσιην του λόφου με τα αμπέλια τζιαι τες πορτοκαλιέ...

H μυρωδιά του καλοκαιριού

Εικόνα
Απλώννουμαι ολόκληρος, αυθόρμητα, με το φραπέ στο σιέρι τζιαι το τσιγαρούδι στο στόμα μου μισοκαπνισμένο, απλώννουμαι στο γρασίδι της μικρής μου της αυλής το πρωί τζι ο ήλιος χαιδεύκει μου τα γένεια μου απαλά με τα ζεστά του δάκτυλα.  Έτσι αυθόρμητα, τζι ας με θωρούν παράξενα οι χτίστες δίπλα που γεμώννουν ιδρωμένοι, δουλευταράδες την απουσία του κατεδαφισμένου σπιθκιού δίπλα με νέα ζωή τζιαι ξύλα μυρωδάτα φρεσκοκομμένα.   Στην πλάτη νιώθω κρυάδα.  Υγρασία καθώς το βάρος του κορμιού τσιλλά τες λεπιδούες του χόρτου τζιαι φκάλλουν το ζουμί που εμαζέψαν εψές για να πιούν.   Πουκάτω μου θάλασσα.  Πουπάνω μου ουρανός τζιαι ζέστη. Τζιαι ο δικός μου ιδρώτας εξατμίζεται να πάει να έβρει τα σύννεφα, μόρια του νερού μου, σταγόνες άσημες τζιαι χωρίς όνομα που χωρίς τη συνένεση μου ή τη συμμετοχή μου εννα συμβάλουν στον κύκλο της ζωής, να γίνουν συννεφάκι μικρό τζιαι να ποτίσουν πάλε τη γή. Αναπνέω, τζιαι μυρίζομαι το δικό μου ιδρώτα που έσιει οσμή της μουσικής, των σ...

Ηφαίστειον.

Γράμμα προς το κορμί μου, γραμμένο την ώραν της Φωθκιάς: Περπατώ πόψε στην κόψη του ηφαιστείου μου  μές το θειάφι, τους γκριζοκαπνούς, πατώ ξυπόλυτος πάς τες πετρούες τες σουβλερές.  Πόσο ξένη φαίνεται  η γή τζιαμέ που έν βλαστά χορτάρι, τζιαμέ που ούτε ζωύφια πετούν, ούτε πουλιά.  Ξεγελά σε.  Λαλείς  "μα εν τζιαι τούτη η γή δική μου?"    -Επάτησα πολλές φορές δαμέ.  Εν κυκλικό το μονοπάτι, περνά που δάση εύφορα, που Κήπους, που σπαρτά, πάει τζιαι που την έρημο, τη θάλασσα, τόπους που σε γεμώννουν χαρά, που σε κάμνουν να νιώθεις καλά, που σε φορτώννουν Ωραίο για σένα.  Άς γελάσω.   Έτω, στο τέλος ο χάρτης σου πάντα καταλήγει πάντα δαμέ στο ηφαίστειον.  Έτσι έναι.  Κάθε φορά που το περνώ, κάτι μαθαίνω.  Θωρώ τα έγκατα της γής μου που κοντά, τζιαι κάθε φορά καταλαβαίνω τα καλλύττερα.    Εν τζιαι το ηφαίστειον ζωή ρέ.   Τί σημαίνει εν κατάξερον, επικίνδυνον, βρωμεί, κρούζει, εν μαύρον.  Τί σημαίν...

Η φωθκιά του σεττάρ να φκάλλει το φόον

Φκάλε τα ρούχα σου. Χόρεψε μές τα κάρβουνα μου να δείς το Φόον σου κατάμματα.

Ο αστακός και η εξέλιξη του έρωτα.

Εικόνα
Γενέθλια της κ. Διασπορίνας, της Αγάπης.    Της μαγείρεψα αστακό, που την φέρνει πάντα σε οργασμό των αισθήσεων.  Με ξαναερωτεύεται όταν της μαγειρεύω.  Θυμάται τη μαγνητική έλξη που ασκώ πάνω της.  Μυστήριος που είναι ο μακροχρόνιος έρωτας!     Εμεγάλωσεν η Αγάπη μου.  Έντεκα γενέθλια έχουμε περάσει παρέα, αγαπημένη της φράση  "η σχέση μας είναι σάν κατασκήνωση", προσπαθούμε πάντα να λειτουργούμε με flexibility, να αλλάζουμε χωριστά και μαζί, να αντιδρούμε στις δοκιμασίες συλλογικά και ξεχωριστά.  Όπως μας έρχονται.  Είναι δύσκολο βάσανο ο έρωτας. Κάποτε όλα είναι ρόδινα.  Κάποτε χάλια.  Απομακρυνόμαστε, ξανακοντεύουμε.  Παλεύουμε τη ρουτίνα, την καθημερινότητα.  Τα μεγάλα προβλήματα που φέρνει η ζωή.  Όλα που ζεί ο άνθρωπος μές την κοινωνία φθίρουν τον έρωτα, άν και δυναμώνουν την επικοινωνία, τη σχέση. Καλά, τα πρώτα τρία χρόνια δέν τα λογαριάζω γιατί ο έρωτας  -αυτό το τρανό καύσιμο της εξέλ...

Το Ταξίδι μου. Μέρος Α': Ώς το Δέντρο της Γνώσης.

Σάν άλλος Οδυσσέας, ταξιδεύω μέσα μου εδώ και δύο χρόνια χωρίς ανάπαυλα.  Χωρίς τη δικαιολογία της Ιθάκης. Ταξιδεύω επειδή διψώ να μάθω πώς λειτουργεί ο εσωτερικός κόσμος, θέλω να σκιαγραφήσω έστω και με αμυδρές μολυβιές το χάρτη με τις θάλασσες, τα νησιά του εαυτού.   Είναι το ταξίδι αυτό μιά ηρωική περιπέτεια που ο καθένας μας επιλέγει να ζήσει με το δικό του τρόπο.  Κι αυτή η δίψα ενώνει τους ανθρώπους. Ο καθένας μας έχει φτιαχτεί απο το "Θεό"  (όχι αυτόν των ανθρώπων, όχι την εικόνα που έχουμε, τον Άλλον/Άλλη/Άλλο  που όνομα δέν έχει) απο το ίδιο υλικό που είναι φτιαγμένα τα άστρα, οι πλανήτες.  Όλα είναι Ένα στο σύμπαν, και όλα ακολουθούν τους ίδιους νόμους, το μεγάλο και το μικρό είναι τα ίδια.  Η Σκέψη, κι αυτή λειτουργεί με τους ίδιους νόμους. Μας ενώνουν οι ιστορίες που πλάσαμε για θεούς, ήρωες, περιπέτειες, νήμα κοινό τα συστήματα ηθών και εθίμων.  Στη βάση τους, όλα που φανταστήκαμε για να εξηγήσουμε την ύπαρξη μας απο τ...

Βάφτισμα του πυρός.

Τέλος διακοπών.  Τέλος γιορτών πεθεροβρωμισμένων.   Τέλος επισκέψεων απο φίλους καρδιακούς και αδελφόν λεβέντην.  Εχτές, γεμάτος όρεξη για ζωή εσωτερική, ξύπνησα το πρωί με την παγωνιά και τα χιόνια έξω που το παράθυρο και είχα στο αφτί μου  ένα κομμάτι καινούργιο να μου μουρμουρά.  Τις τελευταίες τρείς μέρες άκουα μόνος μου τα βράδυα pink floyd -τα πρώτα τους 4 άλμπουμς (τα καλύτερα!) γιατί κάτι μου είπε πως το κλειδί της ηλεκτρονικής μουσικής για μένα αρχίζει απο τους Πατέρες της ψυχεδέλιας.  Άκουσα και άλλα διάφορα σπουδαία που μου έχει στείλει μιά ψυχή που καταλάβει την ηλεκτρονική.  Ώρες πολλές, χοροί πολλοί  (πουμέσα μου),  έμπαινα κάθε νύχτα μές την έκσταση του ήχου γεμάτος, έβγαινα Κουρδισμένος.  Σάν τον σαμάνο στον αμαζόνιο.  Και όλα πεντακάθαρα τα ερωτεύτηκε ο Νούς μου ο 'άλλος'.    Το λοιπόν ξύπνησα χτές, είχα μιά έντονη μελωδία στο μουσικό μου μέσα, και ζήτησα της Αγάπης μου να προσέχει τα μωρά μόνη της ούλλη μ...