Αναρτήσεις

Ο Αστακός της Γνώσης.

Ο  Αστακός της Γνώσης εν σαν το Δέντρο της Γνώσης, μόνο που αντί να κοσμεί τα δάση με την ομορφιάν του, σέρνεται στα βάθη του ωκεανού, τρώει τα απόβλητα των ψαριών, μυρίζει βάλτο τζιαι πικρή αλμύρα, τζιαι άμα λάχει ακκάννει σε αν τον απειλήσεις. Έφαα πρώτη φορά αστακό πρίν περίπου 18 χρόνια, όταν ήρτα φοιτητής στη ΧΤΕρνία.  Η περιοχή μας εν γνωστή για τον πάμφθηνο, σπαρταριστό, τροφαντό αστακό ανα το παγκόσμιο.  Λαλούν εν ο πιό γλυτζιύς τζιαι τρυφερός που ούλλους τους αστακούς του κόσμου (εχτός τζιήνου της βόρειας γαλλίας που εν ακόμα πιό τρυφερός  -μα τζιήνος ΕΝ γοράζεται, τζι εν μιτσής σάν την πουλλούν τους γάλλους όπως λέν οι στατιστικές).  Τζι αλήθκεια να λέγεται, ενεκάτσιασα πολλά.  Όι τόσο τη γεύση.  Ντάξει, τζιαι τη γεύση.  Κάτι έν μου έκατσε.  Πικρίζει λλίο, μυρίζει βόρβορα, θανατίλα ψαρίσιμη, λάκκους του νερού.   Παραπάνω εν η διαδικασία καθαρίσματος που με επείραξεν στο στομάχι. Για να φάεις αστακόν πρέπει  να τσακρ...

Μαρτυρώ τη Δάδα.

Εικόνα
                                 Ο  Βενιαμίν, στο τελευταίο του μάθημα  εχτές.                   Τελευταίο μάθημα.  Δίωρο μάθημα.  Δέν είναι μάθημα.  Είναι αποχαιρετισμός.  Ακούω μόνο. "Παίξε Βενιαμίν την Appasionata του Μπετόβεν, ολόκληρη." Την ώρα που παίζει εγώ χάννουμαι στον κόσμο τον Άλλο.   Βλέπω την Ιδέα του Βενιαμίν.  Βλέπω εμένα, το Δάσκαλο δίπλα του, είμαστε πιασμένοι, ομάδα, δίδυμα, στη μήτρα μου είναι ακόμα, αγέννητος.    Βλέπω στον Άλλο Κόσμο να γεννώ τον Βενιαμίν, να κόβω τον ομφάλιο λώρο, βλέπω τον να μεγαλώννει, να τραβά το δρόμο του.   Η δουλειά μου εδώ έχει τελειώσει. Κόβω τις αλυσίδες. Ο Βενιαμίν δέν είναι μαθητής μου.  Είναι άνθρωπος. Πρίν κόψω το λώρο, αφήννω του μέσα στη ψυχή ένα δώρο. Του αφήννω τη Φωτιά. "Βενιαμίν, ο δάσκαλος μου ο Ιταλός σπούδασε μ' έναν ...

Μαρτυρώ εμέναν.

Σεπτέβρης του '93. Εξύπνησα  με το παράθυρο το ανοιχτό να φέρνει τον μοναχικό τζιαι  κρυό αέραν του φθινοπώρου της Μεγαλούπολης που μυρίζει φύλλα ετοιμοθάνατα τζιαι πεζίνα, ανθρωπίλα.   Βάλλω τους φακούς μου τζιαι με το τσιάρο στο στόμα κάθουμαι κοντά στο παράθυρο να θωρώ έξω.  Τρώω πρόγευμα τζιαι φεύκω που το διαμέρισμα.  Περπατώ φορτωμένος τη δερμάτινη μου τσάντα γεμάτη βιβλία της μουσικής, τζιαι οι ουρανοξύστες καδρώννουν την πόλη μές την πρωινή ομίχλη σάν περπατώ τα βουλεβάρδα με τα κλασσικά τετραόροφα πολύπλοκα σκαλιστά του 1800 τζιαι με μυττερές στέγες σπίτια που κολλητά το ένα με το άλλο σχηματίζουν φαράγγι μές τον πετρόχτιστο ποταμό της παλιάς γειτονιάς που έχει τα κτίρια σάν όχθες ψηλές που τη μιάν τζιαι την άλλη, όχθες, κρεμμούς τούβλινους, γρανιτένιους, τζι ο χαλκός ο οξυδωμένος ο πράσινος αγκαλιάζει τους πυργίσκους τους ψηλά τζιαι τα παραπέττα των παραθύρων τους, γυαλλίζει σχεδόν μές τον ήλιο τον θαμπό του πρωινού. Σήμερα αρκέφκει η σχολή. ...

Μαρτυρώ

Στην Αίγυπτο, το '83. Ο βεδουίνος κρατεί τα ρέτινα του αλόγου μου τζιαι του αλόγου του παπά μου, είμαι δέν είμαι 11 χρονών.  Περπατά νωχελικά το άλογο μές τη χρυσή την άμμο, ήρεμα, τζι ο βεδουίνος μιλά μας με σπαστά αγγλικά, να εξηγήσει τα θαυμάσια που θωρούμε μπροστά μας.  Μπροστά στη Σφίγγα εκοντοστάθηκε, τζιαι οι λαιμοί ετεντωθήκαν για να μπορέσουν τα μμάθκια να συλλάβουν την έκταση της πέτρας τζιαι τη δύναμη που αναβλύζει που μές την ξαπλωμένη λιονταροθεά.   Δίπλα εν οι τρείς οι πυραμίδες.  Περπατά το άλογο πίσω που το μάστρον του τον μαυροντυμένον, τζι εγώ έχω τυλίξει την τζιεφαλή με ένα αραχνούφαντο κάλυμμα να μέν με τρώει ο ήλιος.  Είμαι αρχαίος. Ξεπεζεύκουμεν τζιαι τα άλογα φεύκουν μαζί με τον οδηγό τους που έχει καλοπληρωθεί τζιαι μας ευχαριστά που τα είκοσι του νύσια.  Εννα έχουν να φάν τα μωρά του πόψε. Έν μου μιλά καθόλου ο παπάς μου, έννεν πλάσμαν που χρησιμοποιά τη γλώσσαν συχνά για να εκφραστεί.  Αφήννει με μόνον μου να δούν τα μμά...

Προσεχτικά στην κατάβαση που το ηφαίστειο..

Βουίζει ο μύλος του παππού, με βόμβον εκκωφαντικόν  σάν τον σφήκαν ο τεράστιος ο μύλος του καλού μου του παππούλλη, τζιαι τα αλεύρια φτεροπετούν ολοφώτιστα τζιαι ππέφτουν  μές την ηλιαχτίδαν την μεσημεριανήν που μπαίννει δειλά ακάλεστη που το σκονισμένο πράσινο παράθυρο της προσφυγιάς.  Η σίστρα -κόσκινο μηχανικό-  ψηλή τζιαι μονοκόμματη έσιει στην αγκαλιά της τη μητρική φρεσκοαλεσμένο τζιαι σπασμένο σε κομμάθκια μικρά σιτάρι, τζιαι ξεχωρίζει μόνη της τ' άσιερα του που το σπόρον, τζιαι που το σπόρον το φλοιόν.  Αλλού ο φλοιός, αλλού τα άσιερα  (εννα τα φάν οι κότες). Δίπλα κάθουνται οι θείοι, η μάνα μου, η στετέ μου, κάθουνται παρέαν στο ξιπέτρισμαν του σιταρκού, γυρόν που μιάν άλλη μηχανήν που εφεύρεν ο πολυμήχανος μου παππούς, που κάμνει το σιτάριν το φρεσκοτρυγημένον να περνά λλίο λλίον αππιδώντας πάνω κάτω πάς σε μιάν πλατφόρμαν κινητήν μπροστά που σκαμνιά ψηλά.  Τζιαι  κάθουνται οι συγγενείς προσηλωμένοι, δοσμένοι στον χοροπηδηχτόν καρπόν τ...

Η Καθαριότητα

Εικόνα
Με κόπον   οι κοπέλλες πάς τη ράσιην τους κουβαλούν κούζες ολόμαυρες με νερόν γεμάτες που τον ποταμόν τ' ορεινού τους του χωρκού Κουβαλούν  τες σσιωπηλά η κάθε μιά τζιαι τη δικήν της Εν ασήκωτον το βάρος, τζι οι κούζες  εύθραυστες, το νερόν ευκολοσιώνοστον τζιαι τόση προσοχή χρειάζεται που οι κοπέλλες στη δουλειά τους  έν γελούν, έν ακούουν τα πουλιά που κελαηδούν, έν μυρίζουνται τα φκιόρα, έν θυμούνται τα κοπελλούθκια τους. Δουλεύκουν παρέαν οι κοπέλλες, άλλες εν μιτσιές, σφιχτοβύζες, άλλες γερόντισσες με τη σοφίαν στα πρόσωπα σάν τες ρυτίδες τους βαθκειάν. Τζιαι πλώννουνται τζιή τζιαι δά του ποταμού,  σ' έναν χωράφιν, μαζίν να πλύννουν τ' άπλυτα τους. Μές σε καζάνιν χάλκενο, βράζουν το νερόν τζιαι πλυννίσκουν τα ρούχα ούλλα, τα σεντόνια, τα εσσώρουχα.  Τα άσπρα τους.   Εννιά γεναίτζιες συνεργάζουνται αρμονικά. Η Συγυρισμένη διπλώννει. Η κοτζιάκαρες  καθοδηγούν τζιαι δέρνουν τα ρούχα να καθαρίσουν.. Η Ήρεμη τζι υπομονετική κρεμμάζε...

Η Απουσία

Εικόνα
Γελώ.  Τί σου είναι ο νούς, αλήθκεια.  Ο νούς εν το ομορφόττερο πράμα στο σύμπαν ούλλο, πιό όμορφο τζιαι που τον μεγαλύτερο γαλαξία ή τη μικρότερη κλωστούδα που πλάθει την ύλη.    Ο νούς εν το μεγαλύτερο κόσμημα που έπλασε ο/η  Θεός για να καμαρώννει την δημιουργία. Εν τζιαι το τρομαχτικότερο δημιούργημα.   Το ευτύχημα έναι πως έχουμε επιλογή πόσον να ταξιδέψουμε μέσα του.   Αν θέλουμε, το όχημα μας εν απλό, βενζινοκίνητο, πέρνει μας καμμιά εκατοστή χιλιόμετρα ταξίδι, τζιαι ώς τζιαμέ εν καλά.   Λειτουργούμε μιά χαρά.  Ικανοποιούμε τα εγωιστικά μας ένστιχτα καλά,  πετυχαίννουμε στόχους. Αν θέλουμε έχουμε τζι αεροπλάνο, να πάμε σε νέες χώρες μέσα μας ταξίδι, χιλιάδες χιλιόμετρα μακρια -εν τζιαμέ που ανακαλύφκουμεν κρυφά ταλέντα, νέες σκέψεις, έτσι δεχούμαστε άλλους αθρώπους, νιώθουμε συμπόνοια, προσφέρουμε. Αν θέλουμε έχουμε διαστημόπλοιο, πάμε βαθκειά, εκατομμύρια χιλιόμετρα.  Βρίσκουμε ικανότητα να δούμε πως ούλλα εν...