Αναρτήσεις

Ελάτε στες μουσικές

Είμαι Κύπρο. Εννα παίξω πελλομουσικές αύριο στη γκαλερί Αποθήκες 79 στον Άγιο Λαζαρο (Λάρνακα), η ώρα 8μμ Παρασκευή 9/8 που θα έσιει έκθεση με τα γλυπτά του παπά-Διάσπορου τζι εγώ παρουσιάζω κομμάτιν με απαγγελίαν ποίησης του Λιασίδη, μουσική των Σούφι για πιάνον, άλλα ηλεκτρονικά, ήχους που τα εργαλεία του πατέρα κλπ. Θα τα πιντώσω μές το κομπιούτερ σάν το πάζλ ζωντανά να κάμω ψυχεδέλιαν μεάλην. Τταξίμια μαζίν με ήχους του σμιρίλιου. Σφυρί μαζί με Λιασίδη. Ελάτε να μεθύσετε ελάτε μεθυσμένοι τζιαι θα σας ταξιδέψω στον Κήπο μμου που έν τον πιάννει με η κρίση με η διχόνοια τζιαι που έσιει πόλικο γρουσάφι να μοιράσει.

Οι κανόνες του αυτοσχεδιαστή.

Εικόνα
Τί να τες κάμω πλέον τες νότες? Γιατί να αρπάσσω το άπιαστον που το λαιμόν να το σφίγγω να το διπλώννω τζιαι να το σφηνώννω μές τη στενήν φυλακήν της γραφής? Για να το παίζουν άλλοι?  Άλλοι που έννεναι αέρκια της ψυσιής μου όσον τζι αν προσπαθήσουν? Έτην ελευθερίαν κοπέλλια του αυτοσχεδιαστή. Ένα σχέδιον απλόν, αρχιτεκτονικόν.  Με περιορισμούς αδρούς: Χρόνος, ένταση, τεχνοτροπία.  Που δαμέ τζι' α πάει εν ελεύθερος ο παίχτης να βάλει τη δικήν του τη ψυσιήν.  Όι τη δική μμου.  Εγιώ είμαι ο μέγας μηχανικός τζι εσού ο μέγας χτίστης. Μέν μπαίννεις στα χωράφκια μου ακάλεστος, τζι εγιώ έν θα μπώ στα δικά σου. Τζιαι παρέαν, αν κάτσουμεν τζι ακούσουμεν καλά ο ένας τον άλλον, θα φκάλουμεν ήχους τζιαι θα πλάσουμε φανταστικούς κόσμους . Τούτη εν τζι η φιλία. Τούτη εν τζι η αγάπη. Λλίοι περιορισμοί, τζιαι λλίοι κανόνες μόνο. Αυτοσχεδιασμός μόνον. Ποττέ ξανά τες νότες.  Ποττέ ξανά κονσέρβες ομορκιάς.  Ποττέ ξανά εθθα ακούσω μουσικήν που ράδιο ψεύτικην...

Η Ιδέαση της στενής φιλίας.

Εικόνα
Όπως γυρεύκουμεν πλοκάμια να μας κρατούν δέσμιους σε θεσμούς, δόγματα, κόμματα, ομάδες τζι άλλα ανθρώπινα κατασκευάσματα, έτσι γυρεύκουμεν να βυζακωθούμεν τζιαι πάς τους αθρώπους που κοντεύκουν της δικής μας σκέψης, που κάτι ιδιαίτερον βρίσκουμεν πάνω τους που δέ θέλουμεν ποττέ να το χάσουμεν.  Τζιήνον το κλίκκ που νιώθουμεν άμα μιλούμεν με κάποιον στενόν μας γυρεύκουμεν το πολλά, έν έσιει καλλύττερον συναίσθημαν που τη ζεστασιάν της στενής φιλίας. Λαλούμεν.  Μα εν αλήθκεια? Ποιά εν τούτη η ανάγκη που μας οδηγά να ρίξουμεν το πέπλον τζιαι να κοντέψουμεν πλασμάτου πέραν του φυσιολογικού?  Να μοιραστούμεν μαζίν του τα μυστικά μας, να συμπαρασταθούμεν ο ένας του άλλου, να συζητήσουμεν δίχα μάσκες? Τί ανάγκην έχουμεν στο τέλος να ρίξουμεν τες μάσκες τζιαι να τσιβικώννουμεν πάς τα πλάσματα που μας γυαλλίζουν παραπάνω που άλλους? Μήπως εν λαθθασμένη τούτη η προσέγγιση? Φαίνεται οι μάσκες εν κουραστικές πολλά, τζιαι που μιτσιοί γυρεύκουμεν ευκαιρίαν να τες φκάλουμεν έστω τ...

Ο τρόμος της προετοιμασίας.

Θυμούμαι την ημέραν που άρκεψεν ο πόλεμος τούτος της ετοιμασίας.  Θυμούμαι την τζιαι αν κλείσω τα μμάθκια μου έρκουνται μου επισκέπτες ούλλες οι εικόνες, η αυλή, η μυρωθκιά της συτζιάς, το σιτάριν που εξεράνισκεν πάς τες ταβλαρκές.  Θυμούμαι εκάθουμουν στα γόνατα της προγιαγιάς μου να μου πεί ιστορίαν όπως εκάμναμεν κάθι μέρα μετά την καταστροφήν του '74 τζι έσουζα τα πόθκια μου σάν το ναννούρισμαν στο ρυθμόν της ήσυχης της φωνής.  Η Θεκλού η λεγόμενη.  Θα ήμουν 5 χρονών.  Τρία χρόνια μετά την εισβολήν, αρκετά μετά, τόσον που είσιεν έρτει πίσω το ισοζύγιο της οικογένειας.  Θυμούμαι τη μαυροφορεμένην λυσιώτισσα στετέν μου να με βάλλει στα γόνατα της τζιαι να μου κάμνει την ιστορίαν του Λύμπουρα τζιαι του Ζίζιρου. Ο Ζίζιρος έκαμνεν ζωή χαρισάμενην ακούεις, χαρές, τραπέζια πολλά, τζιαι δέν επρόσεχεν ποττέ του.  Είσιεν φίλους, ήταν χουαρτάς, επέτασσεν τα. Δέν εφύλαεν καθόλου να έσιει στην αστοσιάν να φάει.  Επερίπαιζεν το Λύμπουραν που ήταν δουλευτή...

Επ-ανάσταση

Εν τραγική η φύση του αθρώπου. Βασισμένη στη συνήθεια, τη σταθερότητα. Ποιός μας την πουλά?  Ρωτώ. Ποτζιμιέτε μόνη της η φύση μας? Ή υπνωτίζουν την οι στόχοι, η καθημερινότητα, ο πόθος για απόχτηση.  Ποιός μας έπεισεν πως έτσι πρέπει να ζιούμεν?  Να ζιούμεν για την λεγόμενην περιβόητην "growth", Τζιαι έρκουνται τα πάνω..κάτω μιάν ημέραν. Τζι αντί να αντιδράσει η φύση π'ον αμάθητη να λειτουργεί ανεξάρτητα, μουθκιάζει. ΕΜΟΥΘΚΙΑΣΕΤΕ.  ΕΜΟΥΘΚΙΑΣΑΝ ΣΑΣ.  ΕΠΙΤΗΔΕΣ. Όσοι εσπουδάσαν την μυστικήν Τέγνην Της Ψυσιής καταλαβαίνουν τη φύσην του αθρώπου τζιαι γνωρίζουν τα βήματα για να ποφύουν τες παγίδες.  Μπαίννουν αμέσως σε εμπόλεμην κατάστασην, κλείουν τες πόρτες του κάστρου τζιαι ζώννουνται άρματα, πολεμούν ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ. Οι υπόλοιποι εν μουθκιασμένοι, τυφλωμένοι που το χασhίσhιν που τους εποτίσαν. Τζι οι μαστόροι της ψυσιής έχουν καθήκον να βοηθούν τους μουθκιασμένους. Ξέρετε όμως, τζιείνοι που γνωρίζουν καλά την Τέγνην Της Ψυσιής, έν τζι εν ούλλο...

Η αλλαγή, μέρος 23ο.

Παρατηράτε το καλά το μαύρισμαν π' εγκλώβισεν τον νούν, μέν το ποφεύκετε. Νώστε το τρεμουσιόν του φόου που σας εφίλησεν, ακάλεστος, τα σιείλη. Φιλάτε τον τζι εσείς! Πιείτε το δάκρυν  -έν τζι εν ψατζιή! τζιαι καταπιείτε την πικροστομιά σάν 'ναν γλυκόν του καρυθκιού που σας προσφέρουσην κανίσσιιν. Δέτε καλά μές το γυαλλίν τη φάτσα σσας, τα μμάθκια σας.  Εσβήσαν; Δέτε καλά, τα μμάθκια μοιάζουν ίδια σαν τότε που εμπήκετε μές τα κρησφύγετα για να γλυτώσετε (τζι ας έφυεν πιόν η νιότη) Δέτε τη φάτσα σσας καλά! έτσι, οχτρός ιμοιάζει τζι ο ππεκρής άμαν του κόψουν το κονιάκκιν. Ποιά ήταν η Ψατζιή σας, ξέρετε; Ήντα μπ'ο πίννετε τόσον τζιαιρόν; Ήντα μπου το λαλούσην? Τ' αφκιόνιν, τ' όπιον, που σας εφέρνασην τελίβερι ως εχτές ετέλεψεν! Έλειψεν σας τζιαι κλαίετε. Έτσι λαλούν εν η αποτοξίνωση. Τρέμεις, ιδρώννεις, πουζιάζεις τζιαι πορτοκλωτσάς. Τζι ύστερα της, σηκώννεσαι τζιαι πάλε ξεκινάς..

Ο Εχθρός της Ευτυχίας

Η μνήμη τζι η πεθυμιά εν ο εχθρός της ευτυχίας. Βαστούμεν το εχτές που την ποθκιάν, το αύριον που το μανίτζιν, τζιαι δέν τα αφήννουμεν να φύουν, τζιαι γι αυτόν δυστυχούμεν. Μα, έν είμαστεν οι ίδιοι που είμασταν εχτές.  Ναί? Ούτε κάν οι ίδιοι που είμασταν πρίν ένα δευτερόλεπτον έν είμαστεν πλέον. Τούντη στιγμήν, το μόνον πράμαν που υπάρχει μπροστά μας τζι εν αληθινόν εν η αλλαγή που τζιυλά σάν τον ποταμόν τζιαι παίρνει μας που το Τωρά στο επόμενον Τωρά. Μα, η μνήμη βασανίζει μας.  Εχτές, εφανταζούμαστεν πως μας ανήκει το τάδε τζιαι το τάδε.  Είχαμεν λοαρκασμούς σίουρους, είχαμεν προοπτικές προόδου στην καριέραν τζιαι τη ζωήν, είχαμεν διακοπές να κάμουμεν look forward to, πράματα να γοράσουμεν..  Ψυγείο γεμάτον.  Ο απατηλός νούς οργίαζεν γεμάτος πράματα που είχαμεν κερδίσει τζιαι  πράματα που πεθυμά να κερδίσει. Μεγάλος εχθρός της ευτυχίας τούτος! Σήμμερα, αθθυμούμαστεν τί ενομίζαμεν πως είχαμεν τζιαι τί επεθυμούσαμεν να αποχτήσουμεν ή να κάμουμε...

Μεταμόρφωση. Πρώτον.

Ανία.  Γλυτζιά σάν πίππιλλος Ανία. Πόσον μου αρέσκει η ζαχαρένη τούτη σιουρκά της Ανίας! Ξυπνώ, τζι έχω δουλειάν να πάω.   Ε θθάμμαν.  Έν επέθανεν κανένας γυρών μου τούντον μήναν. Οι δρόμοι, εν ανοιχτοί τζιαι δέν βάλλει κανένας πόμπες στα σταυροδρόμια να με σκοτώσει.  Άρα, Ξυπνώ τζιαι βαρκούμαι.  Εν τούτον αλήθκεια που έθελα?  Την ανίαν της ανόδου? Έτω, εφύλαξα τζιαι πέντε δέκα δεκαπέντε θεωρητικές μπακκίρες κάπου.  Πολλυνίσκουν.  Εν για να σπουδάσω τα κοπελλούθκια, λαλώ.  Να πιάσω σπιτούιν.  Αυτοκίνητον.  Ούλλα τα προϊόντα της ανίας.  Μαλακίες.  Εν για να πολλυνίσκω την Ανίαν που τα έχω τούτα. Κοίτα που επέτυχα τζιαι λλίο στη δουλειάν μου.  Έχω τα πάντα που θέλω, τάχα με μέτρο. Σπάνια μου συμβαίννει κακόν.  Καμιά αρρώστεια ποτζιεί ποδά, λλίες ανησυχίες για τους λοαρκασμούς του ρευμάτου τζιαι του ίττερνετ. ... Έρκεται μεγάλη φατσιά.  Ονόμασε την όπως θέλεις. Έν έσιει σχέσην. .... Η ανία σε...

Καλλύττερα πένθος.

Όσοι το επεράσαν, οι βετεράνοι του πόνου (φίλοι, ξαδέρφοι)  ελαλούσαν μου μές το θάλαμον τ' ογκολογικού το διπλανόν ψιθυριστά, καλόβολα να με προετοιμάσουν να πονήσω, "μέν καρτεράς πως εννα το ξεπεράσεις εύκολα, τζι ετοιμάστου  ποττέ έν ένωσες έτσι, εν έναν πράμα μαύρον ο χαμός, ανεξήγητον" Εδίνναν τα φρύθκια τους τζι εσκοτείνιαζεν το βλέμμαν, ούλλους το ίδιο.  Κόρες των μμαθκιών μαύρες τζιαι μεγάλες.  Υγρός καθρέφτης. τζι εθώρουν τους παράξενα. Πώς να έναι άραγες το μυστήριον που περιγράφουν?  Πονείς?  Έν μπορείς να σηκωστείς που το κρεβάτι σσου με όρεξην να ζήσεις?  Δουλεύκεις τζιαι σκέφτεσαι όσα μακάβρια είδαν τα μμάθκια σου?  Θωρείς τα υπάρχοντα του αγαπημένου σου προσώπου τζιαι κλαμουρίζεσαι συνέχεια? Άραγε ήνταλως ξεπερνάς έτσι συναίσθημαν?  Εν σάν τον χωρισμόν με την αγαπημένην που δέ γίνεται να ξαναδείς?  Εν έτσι μασιαιρκά? Φκαίννω του πόνου που την άλλην του την πόρταν τζιαι στέκουμαι, θωρώ πίσω μου. Ο πόνος ...

Ήρτεν ο Θάνατος.

Αγρώνισα σε!  Ήρτες! Πόσον να μας πογυρίζεις?  Εν πόψε η σειρά μας, σίουρα! Θκιάζουμαι, λούννουμαι, ξιουρίζουμαι, χτενίζουμαι, τζιαι βουρητός σά φκαίννω της πόρτας μισοφορώ τη φορεσιάν την άσπρην που κάθη μέρα εσιέρωννα για χάρη σσου. Τζιαι φκαίννω πρώτος στα στενά σάν τον πελλόν να σούζω τα σιέρκα μου, φωνάζω σου με τ'όνομα σου πρώτα, με τα στεφάννια μου τα ξερά (πόσον να σε καρτερώ!!) να ξιφυλλούν χαμαί που κουβαλώ πομάσκαλα, βουρώ σε, πέρκι προφτάσω τούντη φοράν πρί μπείς του χωρκού, πρί σε μαντρίσει άλλος έσσω του. Φωνάζω σου τζιαι πιάννω σου το σιέρι. "Καλώς μας ήρτες Θάνατε, Μαράζι,"  Καλώς μας ήρτες" φωνάζω σου τζιαι ούλλοι αζουλεύκουν τζιαι γελώ, ξέρω σε Θάνατε καλά! Τούντη φοράν επρόλαβα σε. Άχχου πόσο σε εκαρτέρουν,  χρόνια να φανείς στο σταυροδρόμιν του χωρκού για λλόου μου, για λλόου της.   Ξέρω σε μάστρε, ξέρω σε καλά!  Είσαι εσού που θκιώγνεις την ανησυχίαν, τον πόνον, το βάσανον.  Είσαι εσού που φέρνεις ...

Το Σκούπισμα

Θκυό σκούπες κουμπημένες πάς το στύλλο δίπλα του φούρνου, η μιά κοντή με σιερένο σκουπόξυλο  σκουρκασμένον, τζι άλλη ψηλή, ξύλενη.  Την μιάν πιάννει την ο τζιύρης τζιαι την άλλην εγιώ.  Θκυό εμείναμεν μές το Πετραίον, θκυό τζιαι σαρίζουμεν κάθε πρωίν τες αυλάες, τα πλακόστρωτα τζιαι το χωράφιν με τ' αγάλματα.   Σά φκεί ο νήλιος κατα τες έξι αρκέφκουμεν, πρίν να φυσήσει ο λίβας τζιαι σηκώσει μας τα φύλλα. Έν μιλούμεν τζιαι πολλά. Πρώτα κάτω που την τερατσιάν τζιαι τες θκυό ελιές δίπλα της φουντάνας, συνάουνται τζιαμαί στην πόρταν του εργαστηρίου του ξερόφυλλα τζιαι χώματα.  Ύστερα πάμεν γυρόν που τους ογκόλιθους. Ώς το καντζιέλλιν.  Τρείς ώρες παίρνει το σάρισμαν. Αν κάθη μέρα πιάννεις τη σαρκάν τζιαι μές τον Κήπον σου σπαστρέφκεις, ποττέ σου έν θα νώσεις μοναχός.  Μαθαίνεις με την ταπεινήν τούτη δουλειάν τζιαι τη μιτσόττερην ασήμαντην γωνιάν του Κήπου σου.  Την κάθε ρότσαν που φκάλλει αμμούιν.  Τα δεντρά τζιαι τους κύκλους τους.  Τ...

Ένα

Εσπάσαν ούλλα.  Οι ελπίδες του κόσμου, η πίστη σ' έναν μέλλον καλλύττερον, τα ριάλλια μας, οι δουλειές μας, ούλλα εσπάσαν.  Πάει η κύπρος, πάν τζιαι τα όνειρα, ούλλα εμαυρίσαν. Έναι για κλάματα πλέον η κατάσταση, τζι όποτε μιλήσω τους γονιούς μου μαραζώννω τζι άλλον. Το αστείον έναι πως μέσα που τούτα ούλλα, είμαι σε φάσην της ζωής απίστευτην.  Σε στάδιον που έν έξερα πως ήταν δυνατόν να φτάσω.  Στο στάδιον που όσα ξέρω τζιαι όσα είμαι, γίνουνται Έναν, τζιαι όπως είμαι πουμέσα μου έτσι είμαι τζιαι πόξω μου.   Στη γλώσσαν του Άλλου Κόσμου λαλούν με μάστρον αλχημιστήν.  Στη γλώσσαν τούντου κόσμου λαλούν με καλλιτέγνην αποτυχεμμένον. Μέσα που την καταστροφήν, η ελπίδα η δική μου πολλυνίσκει. Για πόσον κόμα θα γράφω δαμέ έν ξέρω.  Εχάθηκεν ο ελεύθερος χρονος, εχάθηκεν τζι η όρεξη.

Άτιτλο

Εικόνα
Μιά νέα μου μουσική-γλυπτό, ηλεκτρόνικα με άσχημους θορύβους, τζιαι η μεταμόρφωση της μουσικής σε εικόναν. Θέλει γερά μεγάφωνα ή χέ φφοουνς.

Αυτοπροσωπογραφία Νο. 5

Εικόνα
Απουσιάζω.  Πιντώννω ενώσεις, τζι όσα έμαθα κάμνω τα Έναν. Τζι η μουσική, η τέχνη, τζι η σκέψη, η προσωπικότητα, θα γινούν Έναν. Εννα μιλώ τζιαι θα ακούεται τσιέλλον, ορχήστρα.  Θα γράφω, τζιαι θα φκέννει άγαλμαν. Δίχα να γινώ Έναν, η θλίψη εννα με καταβάλει.  Τζι έν δέχουμαι τίποτε να με καταβάλει. Ήρτεν μου, σάν το όνειρον εψές τζι εσχεδίαζα  τον ώς το πρωίν.. Ο εσωτερικός μου Μάστορας καθιστός σ' έναν θρόνον άϋλον.  Δείχνει μου ούλλες τες ενώσεις που έχουν τα μέλη μου μεταξύν τους.  Ένας Μάστορας Χάρτης.

Η θλίψη.

Εικόνα
Αυτοπροσωπογραφία  τους πέντε εαυτούς που μάχουνται...

Χασιμιός.

Εικόνα
Ε, εχάθηκα.  Ψήννω έναν έργον μεάλον για 100 ακκορτεόν τζι εξεζούμισεν με.  Επίσης βαστά με μεάλον τιπρέσσιο  τούντους μήνες εζάωσεν ο εγκέφαλος μου τζιαι δέν ισιώννει, έν εξανάδα.   Αποτέλεσμαν:   Έν έχω έμπνευσην να γράψω τζιαι να δώκω το παρών μου στη βλογόσφαιραν.  Συχχωράτε με φίλοι τζι αδερφοί. Πρί λλίες μέρες ήταν τα γενέθλια των μωρών.  Ο γιός μου εζήτησεν δώρον να του μάθω τον Ρόζ πάνθηραν.  Απολαύσετε το λεβεντούδιν μου που έσιει πολλύν ταλέντον στη μουσική,  -όι πως εν γιός μου αλλά εν λλία τα κοπελλούθκια που είδα ώς δάσκαλος να 'αρπάσσουν'  έτσι εύκολα τες νότες.  Εν  ΤΕΣΣΑΡΩΝ  χρονών σε παρακαλώ ο κότσιρος τζιαι παίζει ούλλη μέρα. Έν τον πιέζω καθόλου.  Δείχνω του, τζιαι μετά μάσιεται πορωμένος να φκάλει τα κομμάθκια.  Έσιει ρεπερτόριον 5 τραούθκια χαχαχα.  Κατίσχι του μιτσή εννα φκεί μαλαχτός αλόπως σάν τον παπάν του να βασανιέται μόνος του.

Η δεντροθεά

Εικόνα
Δεντροθεά Τρία χρόνια σε παρακολουθώ να ζιείς τον κύκλον της ζωής σου κοντά στη λίμνην (πίσω του λόφου με το παράξενον όνομαν -"Misery Hill" τον λαλούν, εσκοτωθήκαν μεταξύ τους κάτι αδέρκια δαμέ, πρί 200 χρόνια.) Είδα σε ζωντανήν, ολοπράσινην Μισοπεθαμμένην Τζιαι πρί λλίες ημέρες, μισοθαμμένην.. Γιατί άραγες νά σιει η ζωή κύκλους? Τζιαι μιά στιγμήν να μέν ιμπόρουμεν να ζήσουμεν αληθινά?

Δασος

Εικόνα
Τούτο μόνο αξίζει να σώσουμε.

Τέγνη της στράτας, κάποιου αγνώστου.

Εικόνα
(  objet trouvé, ιντερνετ) Εν αληθινή η φωτογραφία, άραγες?  Θέλω νά ' ναι Τζι αν έναι αληθινή, εν Τέγνη άραγες η αφίσια γιά έν μύνημαν απλά μίσους?  Κάποιος που έν χωνεύκει το τεμπελοσόϊ μμου το καλιτεχνικόν θα το έγραψεν. Εν γι αυτόν πον τέγνη η φωτογραφία τούτη? Οξά εν τέγνη επειδής μ' άρεσαν εμέναν του καλιτέγνη τα μαύρα γράμματα τζι η λέξη "άρτ"   τζι έβαλα τη φωτό δαμέ για να τη δείτε?

Γιατί το παλεύκουμεν..?

Είπαν μας πάλε, όπως παλιά,  οι δυνατοί:  "πρέπει  να γινούν οδυνηρές θυσίες που το λαόν ολόκληρον,  για να σωθεί ο [*λεγόμενος*]  πολιτισμός μας". -τζι εννοούν το οι δυνατοί. Την περασμένην φοράν, εβάλαν μας ούλλους τζι εσκοτωθήκαμεν μεταξύ  μμας. Τούντη φοράν έν ιξέρω κόμα τί μας ζητούν. Να σώσουμεν ακούεις τον πολιτισμόν μας.  Μπάς τζιαι φτωσιύνουμεν τζιαι χάσουμεν τον έλεγχον της γής.  Μπάς τζιαι φάν μας οι ασιάτες. Να τον σώσουμεν καλό!   Τον πολύτιμον πολιτισμόν μας τζιαι τον τρόπον ζωής μας.  Εν πάνω  μας που έππεσεν η ευθύνη ούλλη -τζι ας μέν επολλοφταίξαμεν για την κατάντιαν του κωλοπολιτισμού μας εμείς.    Είπαν μας το πως καλά επεράσαμεν ώς τωρά μα ήρτεν η ώρα να πιορώσουμεν.  Εφάαμεν, ήπιαμεν, επιβιώσαμεν, έν επεινάσαμεν τόσα χρόνια.  Πτυχία επιάσαμεν, δουλειές καλές ήβραμεν.  Πράματα πολλά εγοράσαμεν, εξιμαρίσαμεν όσον κανένας άλλος στην ιστορίαν, τζιαι τελικά εκάμαμεν τα πίττε...