Παρασκευή

H γιατρός με το πιάνο.

"Να παίξουμε χριστουγεννιάτικα σήμερα?", το βλέμμα της λίγο σκοτεινό, ούτε γειά δέν μου είπε ακόμα, περιμένω στην τεράστια πόρτα και σκουπίζω τα πόδια στο χαλάκι.  Τα σκυλιά μυρίζουν τα παπούτσια μου, κουνούν την ουρά.

"Γειά σου Δρ. Σ, βιάζεσαι σήμερα να αρχίσεις το πιάνο βλέπω!"

Δέ γελά.  Οι ώμοι της γονατίζουν ανεπαίσθητα προς στιγμή και το βλέπω.   Τη ξέρω χρόνια, είναι άνθρωπος έντονος πολύ, αρχίατρος στο emergency room του μεγαλύτερου νοσοκομείου της πόλης της.  Μεγάλα γαλανά μάτια αλλά σφιγμένα, κρύβουν κόσμους που δέν μοιράζεται με άλλους, και τα κοντά της μαλλιά είναι χτενισμένα με χέρι γυναίκας που έχει ως προτεραιότητα τους άλλους όχι την εαυτό της.

"Χριστουγεννιάτικα να μου βρείς σήμερα Διάσπορε, αλλά όχι τα μοντέρνα, τα παλιά του Χάντελ και τα γερμανικά, έχουν βάθος περισσότερο."

Απορώ.  Πρώτη φορά μου ζητά η Δρ. Σ   κάτι.  Συνήθως αφήνεται να την οδηγήσω, τα μαθήματα μας είναι γι αυτήν ευκαιρία να μήν έχει βαριές ευθύνες ή να λέει σε άλλους τί να κάνουν.  Της λέω τί να παίζει, πώς να το παίζει, πότε.   Έχουμε παράξενη σχέση στην οποία μιά δυναμική άνθρωπος αφήνει ένα άλλο άτομο να οδηγά την ύπαρξη της για μιά ώρα τη βδομάδα.  Όταν φτάνω σπίτι της είναι πάντα συννεφιασμένη.  Και στο τέλος με το αντίο έχει φύγει το σύννεφο, χαμογελά, οι ώμοι ξεσφίγγουν, τα μάτια γίνονται πιό γυναικεία απαλά, και τα ψηλά μήλα του προσώπου κοκκινίζουν ελαφρά, γεμάτα ζωή.  Έξι χρόνια μαζί.  Δέν έχει ταλέντο καθόλου.  Μα επιμένει να παίζει κι έχει κάπως προχωρήσει..



Αρχίζει να παίζει τα χριστουγεννιάτικα.  Τα χείλη σφίγγουν και στες πρώτες δέκα νότες αρχίζει να κλαίει.

"Δέ μπορώ να παίξω"
Σάστισα.

"Τί έπαθες καλή μου δόχτωρ? "



"Δεκαπέντε ώρες ψές προσπαθούσαμε 6 γιατροί να σώσουμε ένα παιδάκι 2 χρονών που έπαθε καρδιακή απο τον ιό των χοίρων.  Πέθανε στα χέρια μου με τη μάνα του δίπλα".

Δέν είπε τίποτα άλλο.

Της είπα να παραμερίσει αφού δέν μπορεί να παίξει άλλο, να παίξω εγώ σήμερα.


Παίζω χριστουγεννιάτικα, παίζω Σοπέν, μπετόβεν.   Και αυτή κάθεται πίσω μου να μήν τη βλέπω και κλαίει βουβά.



Το μάθημα τελειώνει.  Σηκώνομαι απλά, και φεύγω.   Μου χαμογελούν τα γαλανά μάτια και η βουβή ευγνομωσύνη με γεμίζει.

Τετάρτη

Ταφή του Υπάρχω και το Lapis philosophorum.



Πρελούδιο.




Στο πάρκινγκ του στάρπακς το πολυσύχναστο δαμέ στο σπίτιν κοντά τους ινδούς μαθητές απλώννουνται πουπάνω καμπόσα υψηλής τάσης σύρματα της ηλεκτρικής τα οποία  κρέμμουνται πλαδαρά σάν διασχίζουν  τον ουρανό κοντά στον ορίζοντα της δύσης του ήλιου τζιαι παίζουν με τα τόξα των καυσαερίων που αφήννουν πίσω τους τα αεροπλάνα στα 35 χιλιάδες πόδια.  Τί σημαίνει η εικόνα αυτή?  Τίποτε.  Απλά εν τζιαμέ.


Πάν αυτοκίνητα τζι έρκουνται κάθε πέντε λεπτά, όσο χρειάζεται ο καφές να βράσει μυρωδάτος.  Μετά που τη δουλειά, κατα τες τέσσερις όταν σχολάννει η εργατιά των γύρο γραφείων η ταλαιπωρημένη του μικρομεσαίου μισθού τζιαι περπατά με τες βαλίτσες των λάπτοπ σάν τον λύμπουρα  φορτωμένο σιτάριν, παιρνούν που το στάρπακς για τον Τρίτο Καφέ, τζιήνον που θα τους βοηθήσει να αντέξουν τες ιδιοτροπίες του/της συντρόφου της, την πελλάραν των κοπελλουθκιών, τους λοαρκασμούς που χρωστούν τζιαι που πρέπει να πλερώσουν πόψε, το μάτς που πρέπει να μείνουν όξυπνοι να δούν ώς τες 11.  Εν ο Τρίτος Καφές.   Ο πιό ιερός που ούλλους.   Ο πρώτος ήταν της σκλαβιάς, εβοήθησεν τους η ώρα οχτώ να ξυπνήσουν για να παράγουν με τον αμερικάνικο απρόσωπο και έντονο τρόπο που τους επιβάλλει ο μάστρος ο ορεξούσιμος του χάρβαρτ που κάθεται κάθε πρωί πάς τα τζιέρρατα τους με τον τρόπο του τον ψεύτικα θετικό/χαμογελαστό/team building spirit/καλοσιδερωμένο/καλογαμημένο. Ο πρώτος ο καφές ο λάττε εξύπνησεν την αδρεναλίνη, εκοίμησεν τα Θέλω τους, τζι εφκάλαν ώς το μεσημέρι απόδοσην.  


 Ο δεύτερος, ο μεταμεσημβρινός, εσκότωσεν την ανάγκη για κουρούδι στο σπίτι, την ανάγκη για θάλασσα τζιαι ρέμβασμα, τζιαι την ανάγκη για έρωτα.  Να φκεί η απόδοση χωρίς σκέψη.    Με τη σφίξη.  Άντεξε Τζιώνη, άντεξε Κάρεν ακόμα τρείς ώρες.


 Τζι επέρασεν η μέρα πάλε, ήρτεν ο περιβόητος Τρίτος Καφές.   Της ελευθερίας.  Τούτον που πίννουν επειδή θέλουν να Ζήσουν, ότι τζιαι να σημαίνει τούτον.  Μπαίννουν στο στάρπακς σκλάβοι, φκέννουν αφέντες, με το πλαστικό ποτηράκι στο χέρι, σάν το φαλλό τον σηκωμένο.   Βουρούν τωρά να προλάβουν να ζήσουν την άλλη τους σκλαβιά, τζιαι την ελευθερία των χόμπυ τους, τεντωμένοι, γεμάτοι ορμόνες, με πνιγμένες τις επιθυμίες.  Περιμένουν να δράσει ο καφές περπατώντας προς το αυτοκίνητο τους μηχανικά, κάπου έχουν να πάν για να τους βρεί η πολυπόθητη ελευθερία, κάπου που ξέρουν, σ' ένα σπίτι-φυλακή γνωστή, εκεί θα -ίσως- προσέξουν πάλι τί γίνεται γύρω τους.  Εδώ που περπατούν μηχανικά δέ βλέπουν τα σύρματα της ηλεκτρικής, ούτε τους σπουργίτες.    Τα φύλλα της αροδάφνης που εκυρτώσαν χειμωνοπληγμένα τους αφήνουν αδιάφορους.  Τα σκουπιδάκια στη χιλιοπατημένη άσφαλτο του πάρκινγκ δέν τους εμπνέουν.  Χαρτιά, αποδείξεις, τσιγάρα  (τί μάρκες?), είναι καθαρά τα παράθυρα του καφενείου?  Οι θάμνοι κουρεμένοι προσεχτικά?  Το διπλανό αυτοκίνητο γιατί έχει τόσα πηλά, πού εβρεθήκαν στην πόλη τα πηλά?   Ο γέρος γιατί κλαίει στο τηλέφωνο?  Τα πιάτα πιός μαλάκας τα πέταξε?  Την ωραία κοπέλλα με τον πλατύ πισινό  γιατί δέν της διούν σημασία οταν χαμογελά προσφέροντας τους samples απο τα νέα ψωμάκια τζίντζερ του στάρπακς?  Εμένα που τους πιάννω κουβέντα γιατί εν στ' αρχίδια τους?


Ααα,  φαίνεται οτι τα φιλτράρουν ούλλα, είναι πράματα ασήμαντα που διαδραματίζονται δαμέ στο πάρκινγκ.  Ποιός τον γαμά τον νεαρό που κάθεται με το τσιγάρο του στον προφυλακτήρα του τζίπ φωτεινός σάν ήλιος ντυμένος με την τελευταία λέξη της χίπ χόπ μόδας με τους φίλους του στο πλευρό να γελούν ανέμελα με το ανέκδοτο του.  Γιατί να τον προσέξει κανένας άλλος?  Τα σημαντικά γι αυτούς βρίσκονται αραδιασμένα στο σπίτι-φυλακή που περιμένουν να πάν να δεθούν και πάλι.   






Θυμάστε οταν είμασταν 10 χρονών, τότε που δέν εφιλτράραμεν τίποτε, τότε που ήταν ο κόσμος φρεσκοβλαστημένος τζι ούλλα ήταν θαυμάσια, θυμάστε που επροσέχαμεν ακόμα τζιαι τα κουμπιά τα μεγάλα τζιαι καφέ στο παλτόν του παππού σάν να ήταν κάτι που μας ελάλεν ήντα άθρωπος εναι?  Τη μυρωθκιάν της ναφθαλίνης?  Πόσον έντονα εθωρούσαμεν τα πρόσωπα του κόσμου?  Θυμάστε που εθωρούσαμεν γυρών μας τζι επιάνναμεν τες πληροφορίες όπως μας εβρίσκαν, un-edited, χωρίς κρίση ή την ανάμνηση παρόμοιας  εμπειρίας να βεβηλώνει την ίδια την εμπειρία?




Εξεχυλίσαμεν μνήμη, κρίση, τζιαι φίλτρα.  Περπατούμε αν-αίσθητα βαδίζοντας προς τον προορισμό μας.  Μα αμα είμαστεν τόσο συχνά αν-αίσθητοι, πόσον αλήθκεια αισθανόμαστεν οταν φτάσουμεν τον προορισμό?  Μήπως δέ συνηθίζει το κορμί στην ημι-αισθησία?  Μήπως χρειάζεται practice χωρίς προσπάθεια να Βλέπουμε και να Νιώθουμε, όπως τότε που όλα ήταν άξια προσοχής?   Τα όργανα της ψυχής κουρδίζονται μόνο οταν τα χρησιμοποιούμε κάθε στιγμή, όχι επιλεχτικά και όποτε μας βολεύει.  


Και για να ζήσουμε  ΕΥ-αίσθητοι πρέπει να μήν κουβαλούμε τον εαυτό όπου πάμε, εμποδίζει.  Η συνήθεια του εμποδίζει.   Η γνώση του Υπάρχω εμποδίζει.  Η μνήμη που κουβαλούμε για το κάθε αντικείμενο και πρόσωπο εμποδίζει.  Τα κρίνουμε.  Και τα συγκρίνουμε με τις εμπειρίες μας.  Τότε φιλτράρονται όλα.   Και όλα γίνονται καθρέφτες του εαυτού στην κατάσταση που βρίσκεται τη δεδομένη στιγμή.  Αλλά.   Όταν παύσει ο εαυτός να υπάρχει ζωσμένος τη Μνήμη, τότε δειλά δειλά ξεπροβάλλουν μπροστά στις αισθήσεις οι θάμνοι, τα πρόσωπα, το χώμα, τα αυτοκίνητα, το δειλινό, οι συνομιλίες δίπλα, η ανθρώπινη φύση, τα κύτταρα των ζωντανών οργανισμών και μή.  


Δέν είναι ρομαντικό αυτό.  Δέν προκαλεί θετικά ή αρνητικά συναισθήματα.  Ούτε μας επιβεβαιώνει ανωτερότητες που νιώθουμε οτι μας ανήκουν.  Ούτε κάν τη μοναξιά δέν τη διώχνει.  Απλά Υπάρχει η πλάση γύρω μας, και την αισθανόμαστε, όχι με τα συναισθήματα, την αισθανόμαστε με ένα όργανο που υπάρχει βαθειά στον εγκέφαλο κρυμμένο και που είναι Δέχτης και Καλοσωριστής.  Αυτό το όργανο δέν ξέρει τη σημασία των λέξεων ή των ορισμών, ούτε της Ελευθερίας ή της Σκλαβιάς.  Ξέρει μόνο να ακούει και να βλέπει νιώθοντας το Όν που το κουβαλά μέσα του να υπάρχει ως μέρος του σύμπαντος και του χωροχρονικού συνόλου που βρίσκεται αυτό το Όν τη δεδομένη στιγμή.  




Άμα φύγουν τα φίλτρα, είμαστε όλοι ίσοι.









Δευτέρα

Σιωπώ.

Θα λείψω όσο χρειαστεί.

Στο επανιδείν.

Κυριακή

Götterdämmerung


Αννοίω το αδιάβροχον αργά
να νιώσω τη βροσιή
μα έννεν δροσερή
κρούζουν οι σταγόνες της σάν το ασίτ
τζιαι λειώννει μου το δέρμαν ούλλον.


Παρπατώ γυρόν του βάλτου τζι είμαι μόνον κόκκαλα
καρτερώ την έκσταση να έρτει πάλε μα μόνον το
κενόν του ουρανού φαίνεται ψηλά πάνω που τα ζαβοκλωννιά
τζι ο βάλτος εχώστηκεν κάτω που τα ξερόχορτα
ρωτώ τον να μου πεί δκυό λόγια γλυτζιά
μα έν μου λαλεί τίποτε, ώς τζι οι κάστορες αποφεύγουν με.
"Έν είμαστεν δαμέ για να μας ξαπολάς τα σκουπίθκια σου.  Φύε."

Βουρώ αγκρισμένος  πάς τον όχτον.
Λείφκει ο αέρας των πνευμόνων, προδώννει η καρδία.
Τζιαι μές τον πανικόν φκαίννω τρείς βράχους που εχλιάζαν
τζιαι παρολλίον να σκοτωθώ.
Έν με θέλουν δαμέ.
"Τζιαι ποιός σου είπεν είμαστεν σύμβολα σου ρε κκεραττά?  Ανήκουμεν σου τίποτε??
Λάμνε έσσω σου τζιαι γυρεύκουν σε, εχάθηκες."


Τα δέντρα εν τίτσιρα.  Εππέσαν τα φύλλα, έχασα τα φέτος.
Ενεκρώσαν πάλε.
Τζιαι μετανώννω το.
Εθωρούσαν με τα δέντρα αδιάφορα.
"Ποττέ σου δέν μας είδες.  Έν είμαστεν δαμέ για να γυρεύκεσε, είμαστεν δάσος,
αδιάφορον προς εσένα τζιαι τες ανάγκες σου.  Άτε ασσιχτίρ έπρισες μας τα έσιει ένα χρόνο."

Έμεινα ώς τη νύχταν, να δώ αν τουλάχιστον με πιάσει η υποθερμία να ζαλιστώ να νιώσω τελοσπάντων κάτι ουσιαστικό που να με φκάλει έξω πάλε.  Μα το κορμίν αρνήθηκεν να μου δώσει έτσι ικανοποίησην.
Αντί υποθερμίας
μές τη σκοτεινιάν του δάσους ήρτεν το παλιόν να μαλλώσει με το καινούργιο.
Τζιαι τραβουν  μασιέριν τζιαι οι δκυό τους, ο παλιός τζι ο τζιαινούρκος, εσταθήκαν απέναντι ο ένας που τον άλλον τζι ορμούν ακράτητοι.  Καρφώννεται το μασιέρι τζιαι των δκυό τζιαμέ που εν η αρτηρία του λαιμού, πρίν προλάβω να τους γλυτώσω, τζιαι γύρνουν τζι οι δκυό τους χαμέ, θωρώ μόνο  στα μάθκια τους  το ψυχομάσιημαν τους.
Θάφκω τους μέσα μου, τζι εβρώμισεν ο Κήπος μου.  Η ψατζιή τους εννα ξεράνει τα όμορφα μου δεντρά τζιαι τες λακάνες με τες τουλίππες.   Φεύκουν οι κατοίκοι που τους είχα χτίσει τόσα ωραία σπιτούθκια κοντά στον ποταμόν, τζιαι τραβούν προς στην ενδοχώραν, τζιαμέ που δέν μπορώ να τους βλάψω άλλον.  

Τζιαι μπαίννω μέσα του Κήπου να τα έβρω ούλλα γέριμα, τσαλαπατημένα, απεριποίητα.

Γιατί την ώραν που ενόμιζα πως επότιζα τζι εφύτευκα έναν χρόνον ολόκληρον, εν αγριόχορτα, παλλούρες, ζιζάνια, παρασιτόδεντρα που εφύτευκα τζιαι δέν το εκατάλαβα.


Αντί δεντρά, αθρώπους, αγάπην, έρωταν, ομορκιάν, φύλλα, βράχους, χώματα, σκουλουκούθκια, πεταλλούδες, γρασίθκια, ζώα, μαθητές, μουσικές,   εν εμέναν που εθώρουν τελικά.   Εν καθρέφτες που ήταν, τζι αντί να ανοίξω, έκλεια.  



Τζιαι ξαναρκέφκει που την αρκήν  το ταξίδιν.



Παρασκευή

Ο βουδιστής δάσκαλος.




Βαστά με λλίον η κούραση, έν έχω κάβλες μετά που το δεκάωρον που εδίδαξα σήμερα να πλάθω όμορφες εικόνες, τζαι θα τα πώ απλα.
Λλία λεπτά πρίν να φύω για δουλειά το πρωί είδα τυχαία έξω που το παράθυρο τζι είδα τους βουδιστές που περνούν συχνά πυκνά που δαμέ να πλησιάζουν που απόσταση.  Έτρεξα να τους φωτογραφίσω όπως κάμνω κάθε φορά.   Με είδε ο Δάσκαλος, κάθε φορά με βλέπει.  Αντρέπουμαι, αλλά πάλε φκάλλω τους φωτογραφία.   Σήμερα είχαν καινούργιο πρόσωπο μαζί τους.

Μπροστά ο Δάσκαλος, ήρεμος, γεμάτος Άδειο.  Φορεί ζεστά ρούχα κάτω που το μανδύα, σκούφο.  Κάμνει ψοφόκρυο.  Πίσω του ο Μαθητής, συντετριμμένος, θωρείς τη δουλειά που κάμνει ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του.  Φαίνεται υποβάλλουν τον σε κακουχίες για να μάθει πώς αποβάλλεις το κορμί, κρυώννει, έχασεν βάρος, κουβαλά βαρύ δοχείο όπου πάει, διαλογίζεται συνέχεια, ασταμάτητα.  Τί να γυρεύει το παλληκάρι?  Απαρνήθηκε τα εγκόσμια για να βρεί την Ελευθερία μέσα που την ταπείνωση.


Πάλε επεράσαν που δαμέ τζι είδα τους.  Καμιά φορά έρκεται μου να βουρήσω πουπίσω τους να τους πώ να με πάρουν μαζί τους αλλά κωλώννω.   Μιά ζωή έτσι εννα κωλώννω φαίνεται.

Ή  εννα έβρω τους τρόπους μόνος μου, χωρις Δασκάλους άλλους.



Πέμπτη

Ο μάστρε χτίστης του ΑνΟΙκω.

Τραπέζι μακρόστενο, άσπρο ξεβαμμένο τόπους τόπους.  Λιτό.  Όλο γωνιές άχαρες για όλους, μα εμένα με τραβάς.  Πολλά.   Είσαι λίγο χαμηλό και βολεύεις το γράψιμο.  Εσύ θα μπείς μπροστά απο το παράθυρο, να βλέπω έξω την ώρα που γράφω.   Σε κληρονόμησε η γυναίκα μου που τη γιαγιά της.   Κάτσε μπροστά μου να γράφω πάνω σου, ξέρεις τί σοβαρό ρόλο παίζεις.  Έβγα που το υπόγειο που σαπίζεις μές την υγρασία τόσα χρόνια, να σου πλύνω το κορμί να μυρίσεις όμορφα.  Έλα.

Τραπέζι θηλυκό, θα σε βάλω δίπλα, σε σχήμα Γ που το άλλο.  Εσύ είσαι ψηλή, με πόδια τορνευτά, τα τακούνια σου λείπουν!  Σε βρήκα στην πόλη με το ψαρολίμανο πρίν 4 χρόνια, μιά μέρα που είχα πάει μαραζωμένος  (έκπληξη!)  για να έβρω θάλασσα.   Καθόσουν στη βιτρίνα του παλιατζίδικου και όπως περνούσα σε είδα και σε αγόρασα χωρίς δεύτερη σκέψη.  Για να σε χωρέσει το αυτοκίνητο, μετά που σε κουβάλησα ένα χιλιόμετρο στην πλάτη, ξεβίδωσα τα πόδια σου με το swiss army knife που είχα μαζί μου.  Κάτσε τωρά δίπλα μου, είμαι έτοιμος, έβγα που το υπόγειο που μαράζωννες δέσμια  4 χρόνια.   Έλα να σου φιλήσω τις γωνιές σου, να κλείσω τα μάτια για να νιώσουν τα δάκτυλα τις καμπύλες που σου έπλασε ο τόρνος.  Άσπρη αλαβάστρινη η επιδερμίδα, κι ας είσαι 100 χρονών γκόμενα.


Δίπλα μου έχω κουβαλήσει όλες τις πέτρες που έχω συλλέξει.

Μάρμαρα, σχιστόλιθους, αλάβαστρο, αμμόπετρες, γρανίτες, του ποταμού, του δάσους.

Κάθε φορά που πάω στο δάσος για να σκεφτώ, άμα πετύχω το σκοπό βρίσκω μιά πέτρα που μου μιλά και τη φέρνω μαζί μου.  Έχω πολλές.  Ήταν πεταξούμενες.  Αλλά πόψε έφερα τες πάνω στο νέο μου γραφείο με κόπο.

Εσένα ασχημούλλα μου σε βρήκα κάτω που ένα θάμνο την ημέρα που ανέβαινα στους βράχους.

Εσένα μαυρούλλα έδωσα πάνω σου στο δάσος οταν εβρέθηκε η πρώτη απάντηση.

Και σύ κούκλα μου στρινιάρα που είσαι κάτασπρη, θυμούμαι οτι έκατσα πάνω σου στη λίμνη οταν γύρευα το Κέντρο το Άσπιλο και ήρθε να με βρεί αναπάντεχα.

Αγαπώ σας.

Ούλλες έχετε ονόματα, τοποθεσίες χαραγμένες στην ουσία σας.  Βάλλω σας δίπλα μου να μου θυμίζετε πού ήμουν και πού έχω πάει.



Βάλλω το αγαπημένο μου βάζο που ανακάλυψα την μέρα τη χειμωνιάτικη που ταξίδεψα μόνος μου 300 χιλιόμετρα να πάω στην ακτή με τα παλιατζίδικα ακούωντας τα string quartets του σοστακόβιτς του μουντού μουτρωμένου ρώσσου συνθετη.  Είσαι σγουρτίν, χαμηλόκωλον, με αυτάκια πεταχτά, είσαι σεξουλιάρικο.  Βάζω λεβάντα ξερή να μυρίζει το δωμάτιο μεσόγειο.

Δίπλα σου έστησα το γρανίτη μου που εμοίρασε στα δύο ο πάγος και βρήκα τα δύο κομμάτια σε απόσταση τριών μέτρων το ένα που το άλλο.  Σάν το πάζλ.  Να μου θυμίζεις όσα είναι εφικτά.  Το μαλακό, το αδύναμο μπορεί να σπάσει βράχους οταν ενωθεί η ύλη του και λειτουργήσει συλλογικά.  Να το θυμάσαι.


Το δοχείο για τες πέννες μου, εδώ μπροστά.   Έχω το που το 1992.  Λιρίσιμο πράμα.


Το αναλόγιο που έβαλα να μου φτιάξει ο πελεκάνος ο κυπραίος.  Εκουβάλησα το στο χέρι που την κύπρο το '94, επήε σε πολλά διαμερίσματα, είδαν πολλά τα μάτια του δίπλα μου.  Φιλιά, δάκρυα, γράψιμο, σέξ, χτυπήματα γροθιών στο τραπέζι, σχίσιμο σελίδων.  Άντεξεν με.



Τρείς στοίβες παρτιτούρες καμιά εκατοστή-τις αγαπημένες, τούτες που θέλω να έχω δίπλα μου ανα πάσα στιγμή.    Νιώθω ασφάλεια αμα μπορώ να απλώσω το χέρι να τις αγγίξω.  Ολοι οι αγαπημένοι συνθέτες.



Στο χαμηλό τραπεζάκι, έβαλα πέτρες σε κύκλο, με τη στρογγυλότερη στη μέση.  Το σύμβολο του ήλιου.



Λάμπα της γιαγιάς.  Πόσους εφώτισε...





Κάθουμαι στα σκοτεινά γεμάτος ναρκισισιμό, αυτοέρωτα.    Δικαιούμαι, εν στιγμή ιδιωτική.  Τούτος ο χώρος εν ο Δικός μου.



Ευλογώ σας ούλλες, ούλλα.  

Τετάρτη

Οι δύο μάνες της Σοφουλλίτσας.

Η  Σοφουλίτσα που είναι εννιά χρονών κάθεται στο πιάνο και τα μαλλάκια της τα κατάμαυρα λάμπουν καλοχτενισμένα κάτω απο το φως της τεράστιας λάμπας που κρέμμεται απο πάνω μας διώχνοντας το σκοτάδι του Νιόβρη.  Χαμογελά μου με αθωότητα, περηφάνεια.  Ψηλώννει λίγο τους ώμους της να καθήσει καλύτερα, μα δέν φτάνουν τα πόδια στο πάτωμα καλά.  Της φέρνω σκαμνάκι.  Αγγίζει τα πλήχτρα με σιγουριά, και με κοιτάζει πλάγια περιμένωντας να της δώσω εναρκτήριο νεύμα της κεφαλής.  Ψηλώννω το αριστερό μου φρύδι και αρχίζει.   Νότες αργές αλλά σίγουρες.  Γελώ μέσα μου, έχει διαβάσει πάρα πολλά, όπως της είπα.  Τελειώνει το κομμάτι, άψογα παιγμένο, και με ρωτά ερωτήσεις.

"Εδώ στη δεύτερη σελίδα έπαιξα το φόρτε καλά?"

"Ναι Σοφούλα, να αναπνέεις αμέσως πρίν, θα είναι ακόμα πιό καλά"

"Οκ."


Ξαναδοκιμάζει.  Σφίγγει τα χείλη για να συγκεντρωθεί.

"Έτσι?"


"Ναι!.    Άλλες ερωτήσεις έχεις?"


"Έχω.   Εδώ δυσκολεύτηκα με το ρυθμό.   Μου πήρε 3 μέρες να τον μάθω και μετρώ συνέχεια, δέν μου αρέσει να μετρώ γιατί δέν ακούω τη μουσική.  Τί να κάνω?"

"Το λοιπόν.  Όταν είναι δύσκολος ο ρυθμός το λέμε στο δάσκαλο μας.  Θα χτυπήσω στα γόνατα μου το ρυθμό και άκου μόνο.  Κλείσε τα μάτια και μή σκέφτεσαι.  Άκου...    Τακ Τάκ....τι τι Τάκ....Τι τι Τάκ   Τάκ   Τά-ακ.   Ντάξει?   Ξαναάκου.     Τώρα χτύπα το ρυθμό και σύ, τραγούδα τον.       Τώρα σήκω να τον περπατήσουμε.    Τί λές?"

Ανθίζουν τα μάτια.

"Κατάλαβαα."

"Τώρα παίξε να δείς τη διαφορά."

Άψογα.


"Να θυμάσαι πάντα οτι η δύναμη σου είναι το αφτί.  Και όταν μαθαίνεις νέες λέξεις στο σχολείο να τις απαγγέλλεις δυνατά, θα τις θυμάσαι πιό καλά.   Θα γίνεις καλή στο πιάνο, να το θυμάσαι.  Διάβαζε καλά, πάντα οκ?  Πιστεύω στις ικανότητες σου, το ξέρεις?"

Χαμογελά πλατιά.   Κλείνει το βιβλίο.

"Μπορώ να πάω?"

"Dismissed."





Τέλος μαθήματος.   Οι δύο μάνες της Σοφουλλίτσας φωνάζουν "dinner's readyyyy"  απο την κουζίνα.    Είμαι και εγώ καλεσμένος.  Κάθε βδομάδα μετά το μάθημα με ταϊζουν, κι έχω κανονίσει το πρόγραμμα να μου επιτρέπει αυτή την 'τελετουργία'  -δέν το κάνω για πολλούς αυτό, μα μου το έχουν ζητήσει, τους αρέσω πολύ.   Απόψε έχουν μαγειρέψει λαζάνια.  Κρασί.  Καθόμαστε όλοι και η συζήτηση περιστρέφεται γύρω απο τη μάθηση, τα φαγητά, τη ζωή στην πόλη τους.  Αρχιτέκτονας η μιά μάνα.  Η άλλη έμεινε σπίτι να μεγαλώσει τα δύο παιδάκια τους.  Η Σοφούλλα κι ο Αντρέας είχαν χάσει τους γονείς τους στη Γουατεμάλα όταν έγιναν καταστροφές απο βροχές.  4 χρονών αυτή, και 2 ο Αντρέας.  Γύριζαν βρωμισμένα τα παιδάκια απο πόλη σε πόλη ζητιανεύοντας μέχρι που μπήκαν σε ορφανοτροφείο.   Εκεί τα βρήκαν οι δυό μου φίλες, που μόλις είχαν παντρευτεί και είχαν υποσχεθεί να μεγαλώσουν παιδιά αμέσως.   Κι έτσι βρέθηκε η Σοφούλλα με τον αδελφό της στην αμερική, να έχουν όλα τα καλά, και θαλπωρή απο αυτές τις υπέροχες κοπέλλες.  Θυσίασε η Σ. την καριέρα της για να τα μεγαλώσει σωστά.  Και είναι μωρά μάλαμα.  Με τρόπους.  Έξυπνα.  Σωστά μεγαλωμένα.


Τρώμε τα αχνιστά λαζάνια και μυρίζει η παρμεζάνα που μου βάζει στο πιάτο η Ε.,  μου γεμίζει το ποτήρι κόκκινο κρασί καλό και με ευχαριστούν.   Κάθε μάθημα παρακολουθούν απο την κουζίνα αυτά που λέμε με τη Σοφούλλα.   Και αναγνωρίζουν τη σημασία της παρουσίας μου στο σπίτι τους.  Και μου το λένε συχνά.   Έχει ανάγκη η Σοφούλλα δασκάλους και αντρική παρουσία θετική κοντά της, το γνωρίζουν χωρίς να σημαίνει κάτι αρνητικό για τη ζωή τους και τον τρόπο που λειτουργεί το σπίτι τους και η σχέση τους.  Δέν τους λείπει κάτι.  Θέλουν να προσθέσουν στα όμορφα που αυτές προσφέρουν στα παιδιά.  Πράγματα που μόνο η αντρική παρουσία μπορεί να προσφέρει.  Μου το ζητήσαν.   Επειδή δέν νιώθουν απειλή απο μένα.  Και μου το λέν.  Στον καθρέφτη τον πραγματικό που μου βάζουν κάθε βδομάδα μπροστά μου βλέπω οτι κάτω απο τις σωστές συνθήκες είμαι παρουσία δυνατή αλλά ευαίσθητη ταυτόχρονα, καθοδηγώ χωρίς να καταπατώ, και ξέρω πως σ' αυτό το παιδάκι θα κάνω διαφορά.   Όταν ο άλλος έχει το ταλέντο και τη διάθεση να σε Δεί, βγάζεις τον πραγματικό σου εαυτό άφοβα.    Αν ήταν όλοι οι πελάτες έτσι....

Κυριακή

Αντί στο δάσος οι απαντήσεις, εν μπροστά στη μύτη μου.



Εντύθηκα με τα ρούχα του δάσους, ήταν ωραία μέρα, ζεστή χαλαρή.  Το αυτοκίνητον αρνήθηκε να με πάρει στο δάσος, οδήγησεν  τζι επάρκαρεν πεισματάρικα στη μέση της πόλης.  Επαρπάτουν για πολλές ώρες τζι έφκαλλα φωτογραφίες ούλλα τα ενδιαφέροντα πράματα που εθώρουν.  Έφτασα ώς τη διπλανή πόλη, τζιαι μετά πίσω.  Εφκάλαν νερό τα πόδια μου, τζι έν ανάπνεα που τα καυσαέρια στο τέλος.



Επήα πρώτα για καφέ/ντόνατ(ς)  (γκλούππ, δύο) για να πάρω δυνάμεις,   τζι έμπηκεν τούτος ο τύπος μές το parking lot.  Εξηνταπεντάρης τζιαι βάλε, με παλιόν αυτοκίνητον ούλλον αδρωπιάν.   Εκατέβηκεν τζι επέρασεν που δίπλα μου την ώρα που εμασούλουν το ντόνατ που το χαρτούιν του ακουμπημένος πάς το ττογιότα μές το ηλιούιν.  Ray-ban aviators.   Επαρπάταν με τζιύλημαν άνετον καλοεξασκημένον, εμύριζεν κολώνιες του 1985, ντυμένος τζιήν στενά τζιαι φανελλούαν Led Zeppelin, με το μουσούδιν του τζιαι τα τζιελλωμένα του μαλλιά τα σέξικα.  Αλυσιδούες, ρολόιν χρυσό.   Άσπρες δερμάτινες πολυθρόνες.  Γαμά τζιαι ρέσσει, σίουρα.  Φέρνει την ευτυχία σε συνταξιούχες.   Ήρτεν έξω με μιάν κάσιαν ντόνατς τζι ένα βαρέλλι καφέ.   Είπα του καλό μεσημέρι τί ωραία τα ντόνατ μέν ρίξεις τα ψιχούδκια πάς τες μαξιλάρες τες άσπρες ά?.  Εγέλασεν.  Επιάαμεν κουβένταν για το μάτς πόψε  (έν καταλάβω γρί που american football αλλά άτε).  Έμαθα πως έσιει δίπλα δαμέ ενα μπάρ με πιλλιάρτα που συχνάζει με τους φίλους του τους μοτορτζιήες αμα έσιει μάτς, πίννουντα τζιαι μετά πάν για πάρτυ έσσω κάποιου στην εξοχή τρικούβερτο στο οποίο αμα δέρει η ομάδα, έχουν συμφωνία οτι  'όλα' επιτρέπονται, έπιασεν ντόνατς τζιαι καφέν για ούλλους.  Εξαναγέλασεν.   "Γειά σου, καλό μάτς."  Μετά, όπως έβαλλεν πισινήν ετράβησα τον φωτογραφίαν κρυφά.  












Σαν επαρπάτουν πρισμένος τζιαι υπερζαχαρωμένος, επρόσεξα την εξής επιγραφή:   "Σχολείο Αγίου Μιχαήλη.   Πανηγύρι του Παιξίματος της Γαλοπούλλας.   Σάββατο 21/11, έξι (το πρωί) ώς τες εννιά.  Κοπιάστε."

Δηλαδή, μπορείς να βρεθείς με καμπόσους πελλούς σε τούτον το σχολείο, να φέρεις τα όπλα σου, τζιαι να έρτει ο Park Ranger να σας πάρει στο δάσος για να πυροβολάτε άγριες μαύρες γαλοπούλλες  (οι οποίες εν πράγματι ΑΓΡΙΕΣ, εν 15 κιλά χτηνά, ακκάννουν χαχα), έτσι για το χάζιν να γιορτάσετε το Thanksgiving με αιματοκύλισμα.  Μπορεί κάποιος άνετα να παίξει 10-20 γαλοπούλλες.  Καλά ρέ παιθκιά, είπαμεν εν μάστιγα οι άγριες γαλοπούλλες δαμέ αλλά όι τζι έτσι.....












Τζιαι θωρώ τούτον το περίεργο μετά:  Μιά αρχαία εκκλησία του 1800, γρανιτένια, επιβλητική, προς πώληση ή ενοικιαση.  Επάττισεν δηλαδή η ενορία μετά που η καθολική εκκλησία επλέρωσεν εκατομύρρια σε τζιήνους που εγαμήσαν οι παπάδες πρίν 30 χρόνια σάν ήταν κατηχητικό αθώα μωρά, τζι αναγκάσαν πολλές ενορίες να κλείσουν.  Πουλούν τες εκκλησίες για να ποσώσουν τη ζημιά.  Θέλετε εκκλησία να την μετατρέψετε σε σπίτι?  $800,000 και είναι δική σας κύριε.  Να πηδάτε τη γυναίκα σας μές σε ιερό χώρο κάθε βράδυ πέρκι αγιάσετε.  Να χέζετε κάτω που το βλέμμα του θεού ποττέ να μέν κάμνετε δυσκοιλιότητα.  Να κάμνετε wet t-shirt parties με την κλίκκα τζιαι τες γκόμενες ανάμεσα στους σκάμνους τζιαι τα αγάλματα των οσίων καθολικών μαρτύρων.  Να λούννεστε μές σε κολυμπήθραν που εμετατρέψετε σε hot tub τα πρωινά.     Αμμα ρε!!!   Ούλλα είδα τα τωρά....    Only in the USA.









....τζιαι η γέφυρα των στεναγμών.   Άμα την περπατάς τρίζει σάν να τζι εννα ππέσει.  Ε, εκατόν πενήντα χρονών γέφυρα, πού θα πάει.  Πάντα έθελα να πεθάνω πάς σε γέφυρα, θέλω να νιώσω την έκπληξη που θα μου επροκάλεν η καταστροφή της.  Βίτσιον.   Κάθε φορά που την περνώ, παρακαλώ να ππέσει τζιαι δέν μου ακούει.











Πίσω στην πόλη μου.  Το κεντρικό κανάλι που φέρνει το νερό του τεράστιου ποταμού γυρόν της πόλης  (11 μίλλια κανάλι)  τζιαι κάμνει hydroelectric power  να φωτίζει μέρος του grid της πόλης.  Εν δαμέ που το 1800.  Κάθε χρόνον έτσι καιρό φκερώννουν το για να το καθαρίσουν. It's a dirty job.   Βρίσκουν κάποτε πτώματα, ποδήλατα, παλιοσίερα, κούκλες, καρέκλες, ξύλα, ότι σκεφτείς.









Τούτος εν ο κύριος Τζιέφρης  που του εφώναξα την ώραν που εκαθάριζεν κυριακήν ημέραν τα βρωμόπηλα του καναλιού για να κάμει κουγκρίν κάπου που χάννει λλίον.  Εφώναξα του επειδή είδεν πάνω μου τζι εχαμογέλασεν.  Τελικά ήταν πολλά καλός άθρωπος, επήραμεν παρέαν το σκύλλον του περίπατον τζι είπεν μου με μεγάλην όρεξην όσα έθελα να μάθω για τη διατήριση του καναλιού -της οποίας εν ο υπεύθυνος, συνέχεια πρέπει να κρατά δίχτυ να το κρατά σιόνιν να μέν μας φκάλουν κούλλουφους οι τουρίστες  (εν "προορισμός" η βρωμόπολη μας, ιστορικός)  τζιαι εν περήφανος για τη δουλειά του.  Τζιαι μιά φορά το χρόνο φκερώννει το να φύει τα πηλά.

"Μα έν βρωμεί το κανάλλιν ούλλη μέρα?  Πώς αντέχεις ολάν τούντην κατάσταση?"

"Συνηθάς το κύριε Διάσπορε.  Έν τζιαι πειράζει με. Αρέσκει μου να πατώ μές τους πηλούς, εν πολλά μαλακά, τζιαι επίσης έν σκέφτουμαι τίποτε, είμαι ευτυχισμένος.  Εν το κανάλλι μου, τζι εγώ.  Άμαν το καθαρίζω, εν καθαρό.  Έτσι απλά.  Ούτε σκέφτουμαι το γιατί, ούτε πώς να μεγαλώσω τη δουλειά μου, ούτε τίποτε.  Το κανάλλι μου τζι εγώ.  Τζιαι ο Μίστερ Πάρκινσον ο σκύλλος μου ο πιστός που με καρτερά να σχολάσω.   Έν επαντρέφτηκα.  Σπίτιν έν έχω, μένω σε κοινόβιο που νοικιάζει κρεβάθκια.  Ζιώ με $600 το μήνα, τζι έννοιες έν έχω καθόλου εκατάλαβες? "

"Μα εν έτσι απλή η ζωή ολάν?  Έν θέλεις να πάεις κάπου καλύτερα?  Να σου ανήκει κάτι?  Να κάμεις οικογένεια?  Σπίτι?  Απογόνους?  Να επιτεύξεις κάτι σημαντικό στη ζωή σου?   Κάτι πρέπει να ξέρεις εσύ, τζιαι θέλω να μου το πείς χαχαχα."

"Χαχαχα.  Όι, έν θέλω.  Τί θα καταλάβω?  Πάλε στον τάφον εννα πάμεν ούλλοι.  Να σου πώ έναν μυστικόν.  Εγώ ξέρεις τί κάμνω τους μήνες που έν δουλεύκω ?  (δουλεύκω μόνο 6 μήνες δαμέ, μετά πάω στα χτίσματα λλίον,  τζιαι το χειμώναν τίποτε.)   Ξέρεις πού πάω το χειμώνα? Πάω ψάρεμαν στον πάγο με τον μίστερ Πάρκινσον.   Στην αλάσκαν που μεινίσκει ο καλλύττερος μου φίλος.   Πάω στη μέση της λίμνης έξω που το σπίτιν του στ' ανάθθεμα μακριά που ούλλους, αννοίουμεν τρύπαν με το τρυπάνι, βάλλουμεν το τροχόσπιτον μας πουπάνω, τζιαι καθούμαστεν μές τη σιονιάν πουπάνω που την τρύπαν ντυμένοι εσκιμώοι, ρουφούμεν ουίσκιν με τον καλλύττερον μου φίλον, λαλούμεν φιλοσοφίες τζιαι πελλάρες τζιαι πιάννουμεν πέστροφες.  Ψήννουμεν τες τζιαι τρώμεν μούχτην.  Κάθε μέρα.  Ά τζιαι κρέας παστόν του ταράνδου.   Μιλώ του ήλιου που φκέννει παγωμένος στον ορίζονταν της λίμνης, των δεντρών, των αρκούδων που τζοιμούνται.  Τζι άμαν στρινιάσουμεν πάμε στην πόλην με τες χιονομοτόρες να γαμήσουμεν τες πουτάνες που τη ρωσσίαν.  Τζιαι πίννουμεν τα με τους ναύτες που πιάννουν κάβουρες στη βερίγγειο θάλασσαν.   Τί τα θέλω εγώ τα υπάρχοντα?  Αν τα είχα πώς θα έφευκα να ζήσω τη ζωή μου λαλείς μου?"


"..........................."      "Να σας φκάλω καμιά φωτογραφία?  Δείξε μου το κανάλλιν, να κατεβώ?"

"Ναί.  Να με φκάλεις τζιαι τον Μίστερ Πάρκινσον ύστερα ά?"












Ο  κύριος Τζιέφρης, με τον Μίστερ Πάρκινσον.











Τζιαι πάω πίσω στο αυτοκίνητο εξουθενωμένος τζιαι ικανοποιημένος που τον περίπατον τζιαι ούλλα όσα έμαθα, σάν οδηγώ βρέθεται μπροστά μου ένας γέρο κάττος που αρνήτουν να ταράξει που τη μέση του δρόμου.  Ή ήταν κουφός, ή δέν τον έκοφτεν πλέον που τον κόσμο, ή είχεν ανακαλύψει την ελευθερία.
Έκατσα με υπομονή τζιαι εκαρτέρουν να τελειώσει τη δουλειάν του.

Σάββατο

Πείραμα με τον 'αντρισμό'. ...για να μήν είναι θεωρίες μόνο.

Μέρα φθινοπωρινή, μέρα λαμπερή, κατακόκκινη με τα νεκρά φύλλα να στολίζουν την άσφαλτο και τον κήπο στη μικρή αυλή.  Οι γειτόνοι μαζεύουν με πλατύδοντες χτενιές τα πεθαμένα και πεσμένα φύλλα που έχουν κιόλας καφετίσει βρεγμένα όπως κοιμούνται αιώνια στο γρασίδι και τα πετούν σε ανακυκλώσιμες τεράστιες όρθιες χαρτοσακούλες αγορασμένες απο πέρσυ, μουλιασμένες και ζαρωμένες σε κάθε αυλή.   "Καλημέρα κύριε Γκήνσμπερκ.  Πασκίζεις πρωί ξημέρωμα?"   "Τί να κάμω?  Κάθε χρόνο τα ίδια, να δούμε αν θα είναι το τελευταίον μου μάζεμα φέτος, χαχαχαχα".   Μακάβριο χιούμορ γέρου.  Ιδρώννει και κρέμμεται η κοιλιά του έξω πλαδαρή, μα όχι της καλοπέρασης, της κλεισούρας των γειρατιών.


Ξύπνησα στις πέντε με ρίγος.   Τρέχει ο νούς.  Ψές έκαμα καυγά τρικούβερτο με μιά πελάτισσα πρίχτισσα.   Προετοιμάζω το γιό της να πάει στο κονσερβατόριο.  Ταλέντο ο μιτσής.   Κάααθε βδομάδα θέλει να της λαλώ ακριβώς τί μαθαίνουμε, πού βαδίζουμε, πότε είναι το γραπτό,  αν εχω ξαναπροετοιμάσει άλλον ("σίγουρα ξέρεις τί κάνεις?  ΔΙάβαζα τα reviews για τα βιβλία που διδάσκεις και δέν είναι τα καλύτερα, το ξέρεις αυτό?")  -και άλλα πολλά που με νευριάζουν.  Η μάνα αυτή είναι μεγαλοproducer ταινιών, όλη μέρα διατάσσει αθρώπους,,  έτσι έμαθε.   Ο άντρας της ένα κλωτσοσκούφι, άβουλος.  Το είδα κι αυτό. Έκανα υπομονή, κι άλλο.  Άντεξα 2 βδομάδες μέχρι να την καταλάβω.  Εψές κάτι μου είπε που με πείραξε.  Της είχα ζητήσει να αγοράσει απο ένα βιβλίο για μένα και το γιό της.  Δέν ήθελε να το πληρώσει.   Μάζεψα μέσα μου ένα είδος αντρισμού που της χρειαζόταν, ήταν περίεργο.   "Κοίτα"  της λέω "Σας έχω κάνει κόπυ 100 cds για να μήν τα αγοράζετε, δέ βλέπεις καθόλου πές μου!!!   Προσπαθώ 500% να βοηθήσω, και εσύ με πληγώννεις, θέλεις να ασκήσεις έλεγχο.  Απο δώ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ.  Ιδέα δέν έχεις για τη μουσική, έχω εγώ.  ΔΙκός μου ο έλεγχος.  Αν δέ σου αρέσει βρές άλλο δάσκαλο, να τα χέσω τα λεφτά σου ξέρεις προετοιμασία που κάνω για το μάθημα του γιού σου?  3 έξτρα ώρες!!   Δέν νομίζεις προτιμώ να διδάσκω πιάνο που δέ θέλει προετοιμασία?  Σκάσε επιτέλους!!!  Άσε με να κάνω τη δουλειά μου.  Ξέρω τί κάνω.  Εξηγηθήκαμε?"

Δέν είπε τίποτε.  Έκλαψε.  Μου είπε  "It's not personal, I'm under a lot of stress.  I'm sorry, I'll stay out of your way."

Της πρόσφερα τη δύναμη και τη σιγουριά του αντρισμού μου.  Χαχα.  Και ήρθε στον τόπο της η ψυχή της.

Πρώτη φορά "άκκασα"  πελάτη (ή άτομο γενικά)  τόσο.  Και δούλεψε.  Αμμα ρέ.  
Παλιά δέ θα έλεγα τίποτε, θα το άφηνα να περάσει, θα έβρισκα ήπιο τρόπο να την κουμαντάρω, μα τρόπο που θα μου άφηνε εμένα κατάλοιπα μέσα μου.  Άγχος.  Μα τώρα είμαι ελεύθερος..  και ξέρω πότε να λάμπω, και πότε να ΚΡΟΥΖΩ.

Πρώτη φορά της μιλήσαν έτσι, είπε.  Με ευχαρίστησε.  

Ξύπνησα στις πέντε σήμερα, έκαμα καφέ, έκατσα σάν το λεβέντη στη βεράντα με δάκτυλα παγωμένα να διαβάσω τα μέηλ.  -1 σήμερα το πρωί η θερμοκρασία.  Μα φορώ την πανοπλία μου του χειμώνα.  Τα γυμνά δέντρα που στεφανώννουν την αυλή με φόντο το καταγάλανο του φθινοπώρου στον ουρανό μου χαμογέλασαν.  Ξέρουν αυτά τί γίνεται εδώ.  Και δέν το μολογούν.

In Sol We Trust

Womb in the sky