ο σπόρος της αγάπης
σάν παρπατάς του κόσμου τα χωράφκια αννοιχτόκαρτος, χουαρτάς τζιαι θκιαμοιράζεις φούχτες φούχτες, σπόρον τη δική σσου αγάπην τζιαι δείς την να βλαστά σάν το κιρτάριν της καλογρονιάς, Στάθου, τζιαι πότισ' την, κάμε παρέαν, φίλον σου τον περβολάρη, τζιαι μάθε του την τέγνην της σποράς στάθου για λλίον τζιαι καρτέρα την αγάπη σσου να πρασινήσει νάκκον τζι ύστερα φύε. μέν μείνεις ώς το χρυσογιούνην πέρκιμο σσου χαρίσουν οι ρεσπέρηες μερτικόν για να γεμώσεις πάλε το καλάθιν σου μέν ηζητάς μοιράσιν της εσοδείας. φύε, συνέχισε εσού να παρπατάς τα μονοπάθκια της μεσαρκάς, εσού είσαι Μάρτης, σπορέας μόνον τζι ότι διάς, σπόρον, νερόν, εν τζιήνη η αγάπη τζι όι το θέρος. Εσέναν η κοφίνα σσου γεμώννει μόνη της ανάγκην έν έσιει τον περβολάρην γιά την εχτίμησην αθρώπων. Οι σπόροι σου εν μάλιν του θεού τζιαι των αγγέλων τζιαι η κοφίνα σου γεμώννει για να την κουβαλάς στη ράσιην σου σάν παρπατάς του κόσμου τα χωράφκια να σπέρνεις, να φτζιερώννεις, τζιαι πάλ...