Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Ποίηση

ο σπόρος της αγάπης

σάν παρπατάς του κόσμου τα χωράφκια  αννοιχτόκαρτος, χουαρτάς τζιαι θκιαμοιράζεις φούχτες φούχτες, σπόρον τη δική σσου αγάπην τζιαι δείς την να βλαστά σάν το κιρτάριν της καλογρονιάς, Στάθου, τζιαι πότισ' την, κάμε παρέαν, φίλον σου τον περβολάρη, τζιαι μάθε του την τέγνην της σποράς στάθου για λλίον τζιαι καρτέρα την αγάπη σσου να πρασινήσει νάκκον τζι ύστερα φύε. μέν μείνεις  ώς το χρυσογιούνην πέρκιμο σσου χαρίσουν οι ρεσπέρηες μερτικόν για να γεμώσεις πάλε το καλάθιν σου μέν ηζητάς μοιράσιν της εσοδείας. φύε, συνέχισε εσού να παρπατάς τα μονοπάθκια της μεσαρκάς, εσού είσαι Μάρτης, σπορέας  μόνον τζι ότι διάς, σπόρον, νερόν, εν τζιήνη η αγάπη τζι όι το θέρος. Εσέναν η κοφίνα  σσου γεμώννει μόνη της ανάγκην έν έσιει τον περβολάρην γιά την εχτίμησην αθρώπων. Οι σπόροι σου εν μάλιν του θεού τζιαι των αγγέλων τζιαι η κοφίνα σου γεμώννει για να την κουβαλάς στη ράσιην σου σάν παρπατάς του κόσμου τα χωράφκια να σπέρνεις, να φτζιερώννεις, τζιαι πάλ...

Διονυσιακός Χορός

Εικόνα
Ετέλειωσεν το κομμάτιν μου. Γιορτάζω πόψε τζιαι προσφέρω το. Το άλας μου εν άλας σας τζιαι το ψουμίν μου εν ψουμίν σας. Μάστορα μου, δάσκαλε μου σοφοδέχτη τζιαι ίλαρε μυσταγωγέ της έκστασης μακάρι ρόδα να βλαστήσουν ι στον τάφο σου. Εμύνησες μου δάσκαλε τζι εφέραν με οι ανέμοι Δάσκαλε έπλασα ποίημαν μουσικόν για την Αγάπην  Μιλώ με τη φωνήν τους Ούλλους πόψε δάσκαλε, ήρτα να φέρω ποίημαν ήρτα να φέρω μύνημαν που τους Αδρώπους ποίημαν μουσικόν  για τους Αδρώπους τζιαι τη λεβεντιά τζιαι για το πείσμαν πό' χουν να πασκίζουν ξέρουν τον πόνον ξέρουν τον πόλεμον ξέρουν το κκέφιν μιλώ για τζιείνους για τον  πόθον, για το θάνατον ούλλα που ζιούν πουμέσα τους σσιωπηλά οι αδρώποι τζιαι τούτον εν  το δώρο μμου το  μουσικόν που έφερα. ήρτα στο παραθύρι σσου με δίχα το τρωτόν κορμίν με δίχα εμέναν τζι είμαι η πέννα τζιαι το σάζι μου  πο' ν ξίσιηλον αγάπην μάστρε μου τζι είμαι τα κύμματα  η θάλασσα ο άμμος τζι ο άνεμος  ε...

Ο Αγροφύλακας του Κήπου/μέρος β'

Πλώννει τα φύλλα της ντυμένη πομονήν του φταίχτη η σσιωπή. Τζιυλά ολογαίματη μές τα σοκκάτζια. Μέρες, 'φτομάδες  μπήει τες αγκαθθόριζες τρυπώννει στες χαραμαθκιές τζιαι τα κλειστά παράθυρα σπάζει τα τζιεραμίθκια με τα δόγκια της γεμώννει σάν την άρκαστην σκάλες τζι αυλές τυλίει κολώνες, νυχοτσακρά τες ξώπορτες τζιαι συννεφκιάζει νηλιακούς. Έτσι μπαίννει, Κόρη ολόμαυρη  κρυφά τζι ακάλεστη στα σπίθκια η σσιωπή (δήμιος τζιαι νεκροθάφτης) Δέ την! σσιεπάζει τα κορμιά τους με το φόρεμαν της. Ακούραστη.  Καλπάζει μές τα δίχωρα. Σφιχτοτυλίει τα κρέατα τζιαι σαβανώννει τζιαι με τες φούχτες ανοιχτές φτζυαρίζει μανιασμένα σπάζει τα μάρμαρα τζιαι σκάφκει λάκκους μές τες κουζίνες μές τα σαλόνια να τους θάψει Τζιαι πίσω της Γυρίζει σάν τον όγρακον ο Ζωντανός   τζιαι κουτσουβλά ποδοπατά πομέθυστος τζιαι μουγκανίζει. "Τί  έκαμες δαμέ Γιωρκή?" Ήνταλως να γελάσεις τέθκοιου κρίματος? Βουρά σε μέρα ννύχταν να σε φάει. (Τον άουστον, άμαν ε...

Άμα ο αετός κρατά αγκαλιάν το δράκο, τζιαι παίζουν μουσικήν.

"Ενδόπλασμα" Τελειώνω τούντες μέρες το κομμάτι που άρκεψα πρίν μιά βδομάδα, μέρος της σειράς ηλεκτρονικών/ακουστικών μειγμάτων που γράφω.    Το περασμένο σ/κ έγραψα το σεττάρ, τζιαι έκαμα τα ηλεκτρονικά τζιαι τα έγχορδα.   Ούλλην εφτομάδαν εβασάνισεν με μές τα σωθικά του νού.  Τζιαι την περασμένη τρίτη ήρτεν μου η απάντηση..      Σήμερα έπαιξα τζιαι ηχογράφησα τα πιδκιάβλια, τα θιβετιανά σουραύλια, τους περσικούς αυλούς, έφκαλα πούζα που το φύσημα.  Άρα οι κραυγούδες που ακούετε που τα πνευστά, εν η φωνή μου μέσα που μορφήν αιθέρα..    Στη σειρά κομμαθκιών (σάν συλλογή που αγάλματα περίπου) που γράφω, εννα εν φκάλω έξω τα πιό σώψυχα μου μουσικά κομμάθκια, που ξέρω έννεν για να έχουν απήχηση σε πολλά φκιά, εν σε γλώσσα λλίο ακραία, που θέλει φκιά πελλά, φκιά ζαβά, τζιαι  προσεκτικά ακούσματα χωρίς εμπόδιο το νού.  Αλλά μοιράζουμε το none the less, επειδή είμαι πολλά ευχαριστημένος μαζί του, περήφανος.    Εκράγ...
Και όταν ζήσεις την αλήθεια, στο χιλιοστό του δευτερολέπτου που κάνει τον κύκλο της ζωής της μαζί με την ελευθερία, χωρά ο κόσμος σου όλος. Ένα σύμπαν στο οποίο η Ζωή είναι έντονη, δέν έχει κακό ή καλό, δέν έχει ατέλειες. Σύμπαν με δικούς του νόμους. Αυτό το χιλιοστό, όταν το δείς με κίνηση τόσο αργή όσο να χρειαστεί για να αναγνωρίσει το μυαλό τις μικρές πτυχές και τα όρια του, θα απαθανατίσει ο Νούς τα σχήματα, τους πλανήτες, τους νόμους όλους, και μετά μπορεί να το μεταφράσει σε μεγέθυνση, σε χρόνο ανθρώπινο να μοιραστεί το συναίσθημα. Και για να το μεταφράσει κανείς, θέλει θυσίες. Όταν έρθει το Πνεύμα της Μουσικής να σε συνεπάρει, η στιγμή σ' αφήνει χωρίς κορμί και μυαλό, γίνεσαι ολόκληρος δοχείο να τρέξει μέσα το αθάνατο νερό, και το κορμί παύει να νιώθει πόνο. Όταν τελείωσε το κομμάτι, κατάλαβα πως τρέχει αίμα και στα δέκα μου δάκτυλα και μου σπάσαν τα νύχια μου όλα. Σχεδόν εξαρθρώθηκε ο ώμος, κι ο καρπός μου δέν λυγίζει απόψε. Δέν κρατήθηκα, καθόλου, τσουνάμι. ...

H τελευταία Αλήθεια.. VIII.

Έξι το πρωί και πάλι ξυπνώ στον ίδιο καναπέ με τον ίδιο ήλιο να μπουσουλά αργοκίνητος ανάμεσα στα βρύα του γρανιτότοιχου ανάμεσα στο χορτάρι που μεγαλώνει στον κήπο ο γέρο γείτονας ο Γκήνσμπεργκ ποτίζει τα παρτέρια του και με καλημερίζει χαμογελαστός χωρίς να τον ξενίζει το άγριο μου βλέμμα στη βεράντα δέν με φοβάται ούτε με κρίνει ούτε και διερωτάται τί διάολο μου συμβαίνει και γράφω πυρετωδώς στο κομπιούτερ με τσιγάρο στο στόμα και που με βλέπει απ' το δικό του κήπο σε τακτά διαλείμματα να ρουφώ  καφέ με θόρυβο, και να κάνω βηματισμούς ολο μεγαλοπρέπεια. Δέν τον ξενίζει καθόλου που βλέπει γύρω μου ένα Κήπο έξι πόδια διάμετρο να μ' ακολουθεί όπου πάω ολόφωτο γεμάτο δάση και πηγές αστείρευτες. Δέν βλέπει αυτά που φαίνουνται ο γέρο Γκήνσμπεργκ. Ένα νέο βλέπει, να ζεί τη ζωή του με όρεξη, κάθε πρωί στη βεράντα ένα νέο ιδιόρρυθμο που δέν ταιριάζει με αυτά που ξέρει ο ίδιος κι αυτό του προκαλεί το χαμόγελο. Τον κοιτάζω.  Εγώ τί βλέπω?   Έναν άλλον άν...

Truth is.. pt VII

Three twelve in the morning. I dreamt of  a long legged absolute stillness straddling me and woke up knowing that the truth has found me i hear a beautiful and haunting music settling it's gowns inside the piano. And through this journey together i am transformed.

Truth is.. pt V

Seven twenty six.   Darkness. I am laying in bed without clothes and with the overhead lights on legs and  arms outstretched hair wild, imperfect and beautiful like davinci's drawing of the Vitruvian Man outstretched and star shaped, an ancient symbol of the elements, that's me. Out into the hallway i can hear music. Out into the street, the night rolls quietly covering everything with its oily curtain. On this procrustian bed of mine I lay flat    in pure, white,  clean linens and the windows are open a little welcoming the cold october night's touch onto my shivering skin.   I am laying like a corpse having let go of Me and my selfhood floats gently mingling, mating with the air above close to the light bulb I am not anymore my selfhood nor my thoughts nor my desires nor my wishes nor my illusions nor my pain nor my love nor my anger nor my leaving nor my presence nor my gifts nor my fixations I am ...

Truth is.. pt IV

Six thirty five. there was an accident outside on the street this truck came out of nowhere and slammed its massive head onto an oncoming two seater Honda at 50 miles head on with a shockingly crunching sound not unlike bones breaking from jumping off of a tall building and one driver was severely wounded his head dangling unnaturally from his neck as his time stopped in its tracks and whatever he was doing on his way home was forgotten in an instant of adrenaline and fear, crashing violently, car collapsing all around him. He appeared asleep, cradled on the pillow of the air bag for a moment and then awoke screaming in vietnamese, his left eye closed. Broke both legs. Is that how you say 'mother' in vietnamese? There was some blood, i think the windshield broke and the shards showered him like diamond dust he may have lost an eye, i hear the paramedics say and the cop is directing traffic away while i am sitting on my knees at the window sill watchin...

Truth is.. pt III

It is already 4:30 the day is practically dead and i am sitting  in a shallow six foot pool of vomit drawing circles in it with a stick in the middle of the kitchen drawing the entire world country by country island by island in this ocean of bile and half-digested food. There is no one here and I cannot wear these clothes anymore. No more excuses. This is my home, and i can sit naked in my own vomit if i want to. Look at me! Look at the skin on my forearms! It's really grotesque and has turned brown can't you see! stretched shredded dirty and fragile, an old cow leather shoe a dead leaf. A  thousand dead leaves, branches dangling from my arms filling my mouth with sweet brown death And my bones! Do you hear them? They are growing hastily, with loud cracks, spindly and sharp like evil mangrove roots coming out of knees, shoulders, bursting the carcass at the seams with the loudest of hisses. Am I still alive, ...

Truth is.. II

I walked, pushing my legs forward uncontrollably at noon until i was lost i wanted to be very lost to feel what it is to be utterly lost and to own nothing i wanted to become one with and disappear into the bowels of this reddish  and grey clad  dirty disgusting desolate city i made my self sink under the surface of this swamp swimming in dirty water more than walking gliding sloshing in the mud puddles and the trash piles covering my head with a half-domed hood stepping into the cracked sidewalks and the dirty asphalt and into the crackhead quarter. I saw three whores. I saw a plot of purple basil. I saw an old woman wearing a chinese hat. I saw a three legged dog peeing. I saw a needle. I saw broken and burned out houses. I saw  a youth selling ice  to a strung out girl. I saw a tree turning colors. I saw the river hiding behind the elms. I saw an old man and his respirator tank, smoking, coughing uncontrolla...

Truth is.

Saturday came crawling on its knees through the rain and it's 6 in the morning on the green clock i slept one-eyed like a  grey wolf sleeps, never dreaming crouched inside the sofa's  womanly folds and woke up confused with TV  ads thundering. there was a sudden jolt of a wake-up acid a bright yellow wake-up acid that stung my throat and clawed its way down much like  choking on fish bones or realizing that you are moments from crashing  on a dark highway's  tree lined divider. Saturday morning came crawling through the  neighbor's lilac bushes and i am bending over a gas stove looking blankly at the garden stirring the food and not screaming weathering this wet sleepy dawn in a kitchen not mine like an old captain. I am cooking saturdays breakfast of eggs and whitefish, but these are not my hands stirring. Not my knees pivoting. Not my head boiling. I have forgotten how to h...

Μισεύω, και τα μάτια μου..

Αποσπάσματα  ατέλειωτα και σημειώσεις μεσοσυνειδητές  γραμμένες με στόμφο  (απο το ημερολόγιο πτήσης): ..το  κρεμεζί           κρυφό       της  δύσης άγγιξες  και στην  υγρή  της νύχτας και μαβιά σχισμή  φτεροπατάς. Δειλιάζεις             βάτη τ' ουρανού   μου  και στου ηφαιστίου τους βράχους  χλωμό  το μάγουλο σου ακουμπάς. Βούλιαξες στο σύννεφο  Τί περιμένεις έρμε; Μήπως  το θάνατο [σου]   αρνήθηκες        [ώ βράχε μου το πέπλο σου εσχίσθηκε!!]   μήπως [γυμνός και λυτρωμένος  του  μώβ που έσχισες  το πέπλο]  τη γέννηση αρνήθηκες Μήπως            εκεί  στον πρόποδα της Κάθαρσης  άφησες  [το έβδομο το πέπλο σου]  να πέσει και φοβήθηκες τον Άδη ποταμό να τον  διαβείς; στην κατακόκκινη ρωγμή  αυτή της σκοτάδης  την κοίμιση  της  ήλιου θα ξεδιπλώσεις αργά σάν  σάβανο κι οι κάτασπρες  φτερούγες σου  (τ' ακροδάχτυλα του Κήπου του Μυαλού) που θα  βουτήξεις   στα κρυφά της  ήλιου κάλλη  να τ' αγγίξεις  στης δύσης τα μεσάσκελα, ακούς; εκεί θα καψαλιστείς  εκεί που την εχάϊδεψες  κα...

Mill City Blues

Στον άγνωστο ναρκομανή έξω που το εστιατόριο 'La diferencia'  κάτω στην πόλη μου σήμμερα. ------------------------------------------------------------ Tucked away   behind the  fallen Great Mill's shadow underneath the black  blown out windows the  boarded up doors  and  the twisted sheet metal broken asphalt staircases dead animals rebar next to the hundreds of  trash wooden chairs that were wrecked as if a hurricane had just barreled through and below the vast halls where rusted  dead metal cotton loom machines lay decaying  in the wet brick darkness there  tucked away   behind  this devastation the city thought it fit to build a drug rehab   Half-way house where the old Mill Central Offices used to be this Half-way house today just after lunchtime opened its metal doors and emptied its bowel into  the street spilled a sewer full of half alive whores heroin junkies  toothless tweekers without eyebrows or  human faces down and outs  dressed in  dirty plaid and  salvation a...

To become empty. To allow absence.

Να το πέμπτο ποίημα της σειράς.    Τούτον εκόστισεν. V This bitter deadthing  I had swallowed     this Everything her shadowthing    it  left me tore itself away like her Abandonment and out of their  red cavities it took my arms and flew somewhere secret with her lover and with it out of my oyster took  my oyster teeth and i stood   tooth and arm-less it  took my mouth bones  and i was suddenly missing  ribs and jaw bones they flew in an arc like boomerangs behind them flew the teeth tongue  cheeks  eyeballs i saw them break the horizon like  carrion birds there were suddenly Things  absent from me like black  holes where planets angry as Saturn once sat it took with it the valleys and the limestone caves it pulled out the  lemon tree orchards  and olive groves  it dragged them burned them  streaking across the sky the way a space-shuttle burns  lavawood ashes hammered down it rained flesh for forty days and nights flooding the lung valleys spleen rocks and  island liver nations and ...

To sublimate, to vaporize, to abandon

Νά απόψε που βγήκε το τέταρτο ποίημα της σειράς.   Επίντωσα 3 μικρά ποιήματα τζιαι έπλασα το όσον έθελεν.  Στο σύνολο θα είναι πέντε τελικά αλλά θα μεγαλώνουν ώσπου πάσην.   Το I, II, III, εν πιό κάτω..... Δέν ήθελε να βγεί αλλά έφαα καλαμάρι τηγανιτό σε ταβέρνα της Μικρής Ιταλίας, με κύριο πιάτο μαύρη πάστα μελανιού με σκόρδο + σουπιές, ελαιόλαδο, και ένα μπουκάλι pinot grigio.Κατάνυξη, ήταν να κλάψω επήρεν με στην Κύπρο για κάποιο λόγο. Εμίλησεν μου το καλαμάρι! Εϊβα, τζιαι απου καταλάβει..... IV (Scene:  A cloudless ceiling.    A table full of lost things recovered.  A chorus of mourning Furies.  On a hermaphrodite deathbed he breathes  out this long folded secret:    "twas never yours, my love, this dreadful  thing, this thing black was hers and only hers ") I know this  at last: I swallowed breathed drank    her   bitterthing. It was Hers Not mine     her  devil motherbird tumor was not mine        her   love  unconditionally sharp taloned    winged, beaked ten...

To obsess, possess, fixate upon, to be surrounded by, to clutch.

....Σχεδόν ετέλειωσα σήμερα το πρώτον κομμάτιν για πιάνο + χορευτές που γράφω, με θέμαν τους διάφορους τρόπους που ο άθρωπος κουβαλά τα 'βάρη' του, τους σταυρούς του.  Το πρώτον μου  κομμάτιν έχει να κάμει με την εμμονήν .    Την πρωτόγονην εμμονήν που κουβαλούμεν μέσα μας, τρώει μας,  τραγανούμεν την τζιαι μείς συνέχειαν, την εμμονήν που είναι  ά-λογη, χωρίς γλώσσα, μουγγή, την εμμονήν που θωρούμεν κάθε φοράν τζιαι που διαφορετικές γωνιές χωρίς να καταλήγουμεν πούποτε, χωρίς να λύουμεν τα δεσμά της.   Επιμένουμεν να κουβαλούμεν τους ρότσους μας με εμμονήν, αγαπούμεν τους, έν θέλουμεν να τους αποχωριστούμεν, τζιαι σκεφτούμαστεν τους συνέχεια θωρούμεν τους που ούλλες τες πλευρές.  \ Για να εμπνευστώ, έγραφα ποίησην παράλληλα με τις νότες πάς τη δομήν του κομμαθκιού μου, έθελα να δώ αν φκέννει η έμπνευση πάς σε δύο μέσα ταυτόχρονα.   Νομίζω εκατάφερα το.   Ά, το πρώτον μου κομμάτιν είναι τριφασικό, άρα έγραψα τρία ποιήματα που βασικά εν  'θέμα και παραλλαγές' το ένα του ά...

Σημείωμα στη μούσα της μουσικής ερωτικό.

Αγαπημένη μούσα γοργόνα φουρτούνα (που μ' εγκατέλειψες κυρτό, σε έκσταση σφιγμένο, γυμνό,  στην κάμαρη την άθλια του έρωτα και του θανάτου) Σ' αγαπώ... και σού ΄κλεψα το φουστάνι τ' ακριβό,  το γλυκοκίτρινο (απότομα  κομμένο και ραμμένο με τη μοντέρνα τεχνική  του ημίθεου βερσάτσε)  που είχες φυλάξει  στο βάθος της ντουλάπας για σπέσιαλ τελετές  το φόρεσα ξεκούμπωτο   και με το κοκκινάδι στραβοκρατημένο στο άτσαλο μου χέρι ζωγραφίζω χείλη λαχταριστά σε σχήμα καρδιάς γέφυρες στο μέτωπο με το μολύβι σου, σκιές φατάλ μπλέ σκούρες, μασκάρα τσουχτερή στα βλέφαρα και στις πατούσες άβολα  της Κέητ Σπέητ τα ασημένια ψηλοτάκουνα   -θέλησα βλέπεις να σου μοιάσω μούσα πολύτροπη μουσικολάγνα. Αν δέν επιστρέψεις (φρόνιμη και καθαρή και πρόθυμη) απόψε, θα βγώ στους δρόμους με σγουρή περούκα, το σκισμένο σου καφέ καλτσόν, και κόκκινα τριαντάφυλλα στα χέρια.

Πράξη δεύτερη.

Απόψε: Λινά σεντόνια νυφικά,  πένθιμα πώς ανεμίζουν στο στενό μπαλκόνι το σούρουπο. Δυό γλάστρες δεντρολίβανο μικρές. Κάτω, αυλή με κούνιες, νυκτολούλουδα και δέντρα στο χωράφι ανήσυχα, πανύψηλα, με έκφραση ανθρώπου. Ένα φεγγάρι κόκκινο σαν κραυγή. Κοιμήθηκες αγαπημένη;   -με το βιβλίο ανοιχτό στο στήθος γιατί φοβάσαι τα βράδυα μόνη και  μου κρατάς σφιχτά το χέρι ακόμα και στον ύπνο σου. -δέ σου ανοίκω, μή με κρατάς. Χτές: Μαρμάρινος ναός. Χρυσοποτήρι, θυμίαμα  και βαφτιστήρας αχνιστός. δυό (άγια?) φτυάρια σκάβουν τον τάφο της και περιμένουν. (Εσύ είσαι μάνα;  Πότε θα φύγεις? ) "Φώς Ιλαρόν" (η κέρινη μορφή σου στις σκιές) -δέ σου ανοίκω, μή με κρατάς. Αύριο: Στο δάσος που θ' ανταμωθούμε, Άνοιξη, θα σε γυμνώσω και το ξέρεις. Στου οργασμού τ' αφτί θα ψιθυρίσω: "Μή μ' αγαπήσεις, Άνοιξη." -δέ σου ανοίκω, μή με κρατάς.

Διπλό, επετειακό.

Επέτειος. (Σε θυμήθηκα και σένα -το έγραψα πότε:     Στο θέατρο, καθόσουν στην τρίτη τη σειρά, ανάμεσα σε μένα και τον 'άλλον') Τη  άλλη νιότη μου απόψε ντύθηκα  (την είδα στον καθρέφτη) σάρκα αγίνωτη και ζωντανή της άνοιξης με κόκκαλα σάν ρίζες μυγδαλιάς  κορμό λευκανθισμένο και  στα μάτια  δές!  -γεννήθηκε ολοστρόγγυλος  ο πράσινος καρπός. στα μπράτσα δές!  -ψηλοκλαριά φουντώσαν ώς τα στήθη  τ' ουρανού. Έτσι στο νού θα μ' έπλασες,  φίλη καθόμενη, απαθής, στην τρίτη τη σειρά. Έτσι με ήθελες, γή χέρσα διψασμένη. (με είδες και στα σπλάχνα σου χορτάριασες, λουλούδιασες, γέννησες κρίνα κι ανεμώνες τρυπήσανε το χώμα σου στάχυα λεπτά σαν δάκτυλα δοθήκανε στου βάκχου το γοργό χορό γεράνια μέλισσες, πετροχελίδονα και κρυφά όταν έσμιξαν   στα χέρια τα τσουνάμια άφρισε αλμυρή και  κόκκινη της φλέβας  η φουρτούνα ακράτητη κι η  λύσσα των κυμάτων) .....στα χείλη εχάραξε ο ήλιος  και το φεγγάρι κρύφτηκε στα μισοβλέφαρα....