Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Μνημεία

Μαρτυρώ

Στην Αίγυπτο, το '83. Ο βεδουίνος κρατεί τα ρέτινα του αλόγου μου τζιαι του αλόγου του παπά μου, είμαι δέν είμαι 11 χρονών.  Περπατά νωχελικά το άλογο μές τη χρυσή την άμμο, ήρεμα, τζι ο βεδουίνος μιλά μας με σπαστά αγγλικά, να εξηγήσει τα θαυμάσια που θωρούμε μπροστά μας.  Μπροστά στη Σφίγγα εκοντοστάθηκε, τζιαι οι λαιμοί ετεντωθήκαν για να μπορέσουν τα μμάθκια να συλλάβουν την έκταση της πέτρας τζιαι τη δύναμη που αναβλύζει που μές την ξαπλωμένη λιονταροθεά.   Δίπλα εν οι τρείς οι πυραμίδες.  Περπατά το άλογο πίσω που το μάστρον του τον μαυροντυμένον, τζι εγώ έχω τυλίξει την τζιεφαλή με ένα αραχνούφαντο κάλυμμα να μέν με τρώει ο ήλιος.  Είμαι αρχαίος. Ξεπεζεύκουμεν τζιαι τα άλογα φεύκουν μαζί με τον οδηγό τους που έχει καλοπληρωθεί τζιαι μας ευχαριστά που τα είκοσι του νύσια.  Εννα έχουν να φάν τα μωρά του πόψε. Έν μου μιλά καθόλου ο παπάς μου, έννεν πλάσμαν που χρησιμοποιά τη γλώσσαν συχνά για να εκφραστεί.  Αφήννει με μόνον μου να δούν τα μμά...

Ανακατωμένα αισθήματα, επίσκεψη στο πατρικό και η επέτειος της εισβολής

Εμπήκαμεν στο αυτοκίνητο να πάμε 'ποτζιή'.   Έτσι μας ήρτεν αυθόρμητα.  Εν η επέτειος, θέλουμεν να τα δούμεν.  "Πάεις γιέ μου μαζί μου?"   "Πάω πατέρα."   Στο χωρκό.   Για να μου δείξη.   Αφού εμοιραστήκαμεν τόσα τούντες ημέρες.  Θέλει να μου τα πεί τζιάλλον, με λόγια τζιαι εικόνες του χωρκού γυρόν του.  Να μου αφήσει κληρονομιάν. Οδηγούμεν.   Βουρούν δίπλα μας τα ξεροβούνια της ορόκληνης τζιαι της πύλας.  Οι καλαμιώνες εν λλίοι τζιαι βασανισμένοι μές τες λαξιές.   Έν μιλούμεν τίποτε στην αρκή.  Θώρε!   Πόσα στρατόπεδα στο πέρκαμος παναϊα μου!!!    Σπίθκια που τα εφόνευσεν ο πόλεμος τότε τζιαι εμείναν οι σκελετοί τους να τα τρώει ο αέρας τζιαι ο ήλιος σάν τους νεκρούς που εμείναν άθαφτοι τότε στην τάφρον της τροίας.  Μόνον που εμείς είμαστε οι Τρώες δαμέ. Εχάσαμεν τον πόλεμον πατέρα..      Λαλεί  "δαμέ, εβουρούσαμεν σάν τους ποντικούς να γλυτώσουμεν που εβομβαρδίζαν το χωρκόν"     "δαμέ έχωσα τη στολή μμου του αξιωματικού να μέν με δούν να με ...

Πατέρα: Σε Αγαπώ πολλά, τζιαι πόψε είπα σου το με τη μουσική.

Αύριο θα γράψω σε κάποια φάση πολλά μεγάλο πόστ για τη σημερινή μέρα. Εκάμαμεν τα εγκαίνια του πάρκου του παπά μου, τζιαι ήταν μαγικά. Έπαιξα το 20λεπτον  μου κομμάτιν το περσικο-κυπριακο-βυζαντινόν τζιαι επέτησεν που πάνω μας της ορχήστρας έναν πνεύμαν τζιαι ευλόγησεν το χώρον ούλλον, έφκηκεν ψυσιη πολλή. Έκλαιεν ο παπάς μου.  Εμίλησεν μετά τζιαι είπεν όμορφα πράματα.   Εγώ είπα του αγαπώ τον, με μουσικόν τρόπον, τζιαι εκατάλαβεν το.   Έν θέλω τίποτε άλλον που τη σχέση μας.  Ολοκληρωθήκαμεν τωρά.. Σάν πόψε, ένιωσα μόνο στο γάμο μου, τζιαι στη γέννηση των παιδιών μου.   Κατάνυξη, αγάπη διάχυτη παντού. Είμαι έτοιμος για τα πάντα που σήμερα, μου επαραδόθηκεν η σκυτάλη. Σ' ευχαριστώ πατέρα, όμορφε, παράξενε, δυνατέ μου πατέρα που τες πέτρες καταλλιείς. Σ' ευχαριστώ μουσική που μου έδωσες μέσα πλούσια να εκφράζω τα ανέκφραστα τζιαι τες Ουσίες. Σ' ευχαριστώ εαυτέ που αφέθηκες τζιαι έπαιξες όσον ποτέ άλλοτε. Σας ευχαριστώ όσους ήρθατε.  Εχάρηκα το μα πάρα πάρα πολλά.

Δύο τραγούδια του διάσπορου, μνημόσυνα.

Πρώτα έγραψα το τούτον, εναν απόγευμα, μνημόσυνον απλό, για κάτι στάχτες που εμείναν.  Απόβλητα.  Έν πονεί τζιαι τόσον, έσιει γλυκάδαν  (Δέν έσιει τον έντονον πόνον τζιαι το θυμόν τζιαι τον έρωταν που έσιει το δεύτερον μου κομμάτιν στο κάτω το βίτεο, τζιήνον πονεί πολλά, σφάζει, ελπίζω να αφιερώσετε χρόνον τζιαι προσοχή, μοιράζουμαι το μαζί σας πολλά προσεχτικά με ευαίσθητον τρόπον, ευάλωτον, δείχνω μέσων του ακριβώς πώς είμαι πουμέσα -τζιαι όποιος έσιει φτιά, ακούει, τζιαι όποιος έσιει παρόμοιαν ψυσιήν, καταλάβει).   Αν δέν είχαμεν τόπους μές τη μνήμη μας κακοτράχαλους, βάλτους, γερημίες, χωράφκια με λάκκους τζιαι παλλούρες, ρότσους, χέρσους λόφους τζιαι λαξιές, τί θα εκάμναμεν?? Ποττέ δέ θα εμπορούσαμεν να τραβήσουμεν που την πηγήν του νού έμπνευσην να δημιουργήσουμεν! Ευχαριστώ σε ζωή για όσα έφερες, τζιαι ας μέν τα εθώρουν ότι εν για καλόν, τότε. Ευχαριστώ σου νού που τα εφύλαξες τζιαι μπόρεις να με ξαναπάρεις τζιαμέ να τα ξαναζήσω έστω για μιά νύχτα σάν να ήμουν πάλε τζιαμέ. Ε...

Την απάντησην έστειλεν την ο Λάζαρος.

Εμίλησεν μου επιτέλους το άλλον πουλλάκιν (το μαύρον)  για το κομμάτιν που εν να γράψω. Επερίμενα το.  Ήρτεν τυχαία.  Ο συνμπλόγκερ Λάζαρος , τον οποίο δέ ξέρω ακόμα αρκετά καλά (αλλά φαίνεται μου εννα τον μάθω πολλά καλά), εμίλησεν,  νομίζω επισκέφτηκεν τον το πουλλάκιν τζιαι είπεν του να μου πέψει μήνυμα (ευχαριστώ σε Λάζαρε). Πιστεύω στο synchronicity.   Ο  Λάζαρος με το κκόμεντ του το εχτεσινόν αθθύμησεν μου την ταινίαν Tous les matins du monde, η οποία ήταν κρυμμένη μέσα μου χρόνια, της οποίας η μουσική συμβολίζει εναν καταιγιστικόν έρωτα/θάνατο που έζησα δύο φορές με το ίδιο ατομο on and off για δέκα χρόνια, άτομον που αποφεύγω να σκεφτώ πλέον.   Νιώθω ταύτισην με τους πρωταγωνιστές πικρήν, τζιαι με την μουσικήν, τζιαι την μοναξιάν τους. (Μάλιστα ένας που τους κύριους λόγους που εγίνηκα κλασσικός συνθέτης εν τούτη η ταινία σε συνδιασμό με τα γεγονότα που έζησα με το άτομον που είσιεν μανίαν με τούντην ταινίαν, άτομον που λόγω της καταστροφής μεταξύ μας αποφάσισα να μέν πάω πίσω κ...

Notturno

... lngemisco tamquam reus, Culpa rubet vultus meus.... Θυμάμαι μια ζεστή Παρασκευή  του Μάη στην κάμαρα σου κόκκινα φτηνοραμμένα μαξιλάρια ινδικά στο ξύλινο περβάζι   με θέα τον ουρανοξύστη και τ' απλωμένα ασπρόρουχα της γειτονιάς σκόρπιες και σκισμένες παρτιτούρες στο πάτωμα και τα μαύρα σου μισοξυσμένα μολύβια παντού κομμένα δέντρα στο δάσος (έγραφες το κουαρτέτο σου θυμάμαι -ποτέ δέν τέλειωσε) "κάθησε, δέν έχω άνετες καρέκλες" -έγνεψες απ' την κουζινα "σου μαγειρεύω, βάλε μουσική, πρώτα το ρέκβιεμ του Βέρντι? " Σάλτσα ντομάτας φρέσκια με κανέλα, καρφογαρίφαλο και πάστα-παπιγιόν σκορδάτη πλαστικό ποτηράκι Chianti Ruffino που μοιραστήκαμε ανάμεσα στα φιλιά. Μετά, γυμνή  στο άβολο και ξεβαμμένο φούτον το φοιτητικό της ηδονής πάτησες την αγκώνα σου στο στέρνο μου κι απάγγειλες το διάσημο του Δάντη Lasciate ogne speranza, voi ch'intrate..... με συνοδεία τις στοιχειωμένες Bagatelles τ' Αντώνη Βέμπερν. ("έτσι την πολεμώ τη μανιοθλίψη μου", είπ...

The second law of thermodynamics.

Εφτάσαμε παρέα στο μακρυνόν ορίζοντα επιτέλους, καλέ μου μαθητή Βενιαμίν.   Εφτάσαμεν τζιαμέ που γεννιούνται τα χρώματα τζιαι πεθανίσκουν.  Τζιαμέ που έθελα να σε φέρω.  Εσύ θα διασχίσεις τη λεπτή γραμμή να πάεις στο άγνωστον το δικό σου, μα εγώ θα κάμω μεταβολή, θα πάω πίσω στην αφετηρία να έβρω άλλον που με χρειάζεται.  Τέσσερα χρόνια επεράσαν που το πρώτο μας μάθημα, τέσσερα χρόνια τζιαι εκατόν ογδόντα μαθήματα.  Θυμάσαι τότε που σχεδόν έν εμίλας, ούτε εθώρες κανένα στα μμάθκια;  Άτε Βενιαμίν.  Είσαι έτοιμος.  Έπαιξες την συμβολική Hammerklavier του Μπετόβεν σήμμερα, χωρίς να σου πώ δασκαλιτζιήν λέξην, ούτε τί να κάμεις σου έδειξα, πώς να εκφρασεις τη μουσική, ούτε τί να έσιει να διορθώσεις.  Ελείψαν μου τζιαι οι ιστορίες για τη ζωή του Μπετόβεν, τα ανέκδοτα, οι τεχνικές εξηγήσεις για τη φόρμα των κομμαθκιών, ούλλα όσα σου έχω περιγράψει τα απορρόφησες, δέ θέλεις να τα ξανακούσεις.  Δέν μου αρέσκει έτσι τζι αλλιώς να επαναλαμβάνω τα ίδια παραμύθκια σάν το γέρον που θυμάται τη ζωή το...

Σύντομον

Εχάθηκα. Τες ευχές μου σε όλους. Έχω πολλές δουλειές, εν εδώ οι γονείς μου, εκαταφέραν να έρτουν παρ' όλην την δυσκολία με την κατάσταση της υγείας τους. Γιορτές οικογενειακές.  Παρακολουθώ, χαίρομαι/λυπούμαι.  Έχω απόσταση και συμμετέχω μαζί. Μελομακάρονα.  Κουπέπια.  Πιλάφι.  Γαλοπούλα διασπορική καλομαγειρευμένη, ροδαλή, ζουμερή.  Τραπέζι ήσυχο, ζεστό. (στην οικογένεια μου δέν εκφράζονται τα συναισθήματα απλόχερα και ανοιχτά) Κρύο και χιόνια κάτασπρα στις στέγες.  Μυρίζουν τα τζάκια (άχ να είχα τζάκι!) Εγκλωβισμένοι. Στα γόνατα τα εγγονάκια χαμογελούν τους, απλώνουν τα τρυφερά χεράκια τους για αγκαλιές. Η γραμμή της ζωης ανοίγει ώς τον ορίζονταν.  Στα μάτια του παππού, της γιαγιάς,  ζωγραφισμένη η ελπίδα. Αντίο.

Danzas Argentinas

(Alberto Ginastera, Αργεντινέ συνθέτη των αισθήσεων τo λυπημένα σου ταγκό πεθύμησα να χορέψω στο πιάνο και ήρθες σήμερα στο νού) Λίλα, που έμοιαζες της Φρίντα Κάλο, φίλη παλιά της μουσικής  στον ατμό του καθρέφτη μου σε είδα αμυδρά απόψε με τα μαλιά λυμένα  ανάμεσα σε κρίνα και φύλλα φοινικιάς χόρευες μου φάνηκε με αινιγματικό χαμόγελο  φουστάνι  μενεξί φορούσες με δράκους χρυσοκέντητους στα στήθη Κατέβα νεράϊδα τη γυάλινη τη σκάλα να σε δώ κοίτα με πώς άλλαξα!   Οικεία χαμογέλασες στο είδωλο μου, με θυμάσαι νεράϊδα; τα δάκρυα μου που κυλίσαν στο γυαλί  -ρυάκια της θύμησης- τα στέγνωσες με κόκκινα φιλιά. Συγχώρα με που σε καλώ Την ομορφιά σου θέλησα να δώ απόψε (δεκατέσσερα  χρονια μετά) Πές μου πονεμένη μου, πικρόγλυκο είναι ακόμα το χαμόγελο σου; τα μάτια ακόμα μισοκλείνεις όταν σε συνεπαίρνει ο ήχος; θυμάσαι  πόση αγάπη φανέρωσες στα μάτια τ' αμυγδαλωτά τότε που έπαιξες το πρώτο μου κομμάτι; Το "Σιντάρτα" μου που τόσο ευλαβικά έμαθες για να μ' ευχαριστήσεις Θυμάσαι...

Εφύσησα

Γέρο Ιωάννη  Ιταλέ, μονάκριβε μου Μάστορα Βάκχε ηδονοπνεύστη μέγα συνθέτη  πλάστη μου  Βλέπω στο νού μου το κυρτό, βαρύ  σου σώμα ν' αγγίζει  το Τέλος -κι ας μήν το θέλεις, τόσα χρόνια πασκίζεις εξ άλλου. Μα  η έμπνευση η φιδίσια (η κόκκινη,  που κάποτε τρυγούσες ) βαρυγκομά πλέον, ανήμπορη και φθισική κουτσοπατά τες σκάλες του σπιτιού σου Σιγήσαν οι τρομπέτες Σιγήσαν κι οι ορχήστρες  του μυαλού  ο Μέγας Βιολιστής κρέμμασε το δοξάρι γεράσαν κι  οι Ρωμαίοι που μαζί τους χίλια γλέντια εχάρηκες και όλες σου οι αγάπες, που τόσο λαμπρά τους φώτιζες την ανία  με  έρωτα αμαρτωλό γεράσανε κι αυτές, μόνες τους Χαμογελούν όταν το χάδι σου θυμούνται στα μαλλιά τους; Γιατί τις αγαπούσες;   Μιά μονο  νεράϊδα σε μάγεψε Κοντά  της επέστρεφες πάντα, κι ας ξεστρατούσες συνέχεια Στο συγχωρούσε Και 'μεις οι δώδεκα χιλιάδες, που μοιραστήκαμε τη γνώση σου σ' εγκαταλείψαμε  του τέλους μάρτυρες να μή γίνουμε λαμπρό να σε θυμούμαστε. Φεγγαροπρόσωπε, δέκα θανάτοι σε κυνηγούν στον Κήπο σου μαυροκαβά...

9/11/01 Μνημόσυνο

Σεπτέμβριος 2001.  Πρώτες 10 μέρες: Μόλις είχαμε έρθει πίσω που την Κύπρο, μαυρισμένοι, νιόπαντροι, έτοιμοι να πάμε honeymoon.-δέν πήγαμε, μας έκοψε ο Πιν Λάτεν.  Τον προηγούμενο Μάϊο είχα πιάσει και το μάστερ μετα μόχθων.  Επιτέλους, να "μπώ στη ζωή".   Με ετρόμαζεν.  Κούραση τζιαι έλλειψη φαντασίας, ούτε εικόνες εθώρουν τότε, ούτε αδρωπούθκια του νού.  Συνθέτης;  Γιατί;  Μα εγώ; Είχαμε τζιαι διαμερισμα λίγο έξω που τη μεγαλούπολη.  Κάθε νύχτα πρίν να γινεί το κακόν ετρώαμεν παγωτό στην πλατεία τζιαι εθωρούσαμεν ψευδοιντελλέξιουαλ ταινίες.  Άρκεψεν δουλειάν η Αγάπη τζιαμε κοντά.  Είσιεν τζιαι λλίγους μαθητές. Εδιακοσμούσαμεν το διαμέρισμα.  Έδερνα το νούν μου με άχρηστες σκέψεις.  (Είμαι συνθέτης; Δεν είμαι; Μα τί θέλω να πώ;   κλπ)   Η Αγάπη επροσπάθαν να αποφασίσει αν θα κρατήσει το day job της ή αν θα διδάσκει μόνον.  Επαίζαμεν πελλομουσικήν ούλλη μέρα, με φίλους, μόνοι μας, με πρώην καθηγητές.  Τούτες ήταν οι έννιες μας.  Εν είχα βρεί τον εαυτό μμου τον χαλαρόν ακόμα. Άγ...

Προσωρινός Επαναπατρισμός #2

Τα παράπονα τα πρώτα για την πατρίδαν είπαμεν τα.  Αν δέν πώ τζιαι τα καλά, θα σκουλλιστώ αρνητικότηταν, τζιαι αντί να ζώ στο Σήμμερα -όπως είναι ο μεγάλος Στόχος - θα ζω στο Εχτές .  Το Εχτές πολλά το φοούμαι γιατί παρ'όλον ότι επέρασεν, καταλάβω ώρες ώρες ότι έσιη παραπάνω πυγμήν τζιαι λόον που το Σήμμερα, στη ζωήν των παραπάνω αθρώπων including τη δδικήν μου.  Αν δέν μάθεις να ξαπολάς το Εχτές , στη σκέψη σου κάθε μέρα θα είναι σπιλακωμένες οι γεύσεις όλων των εμπειριών που ετρύγισες ι στο ταξίδι σσου, τζιαι που αντί να τες χωνέψεις, να τες αφήκεις να γινούν Μνήμη τζιαι Παρελθόν , θα επιμένεις να τες ματσιουλάς σαννα τζιαι έφαες τες πριν μισό λλεπτόν.  Όταν έχεις απροσδιόριστα νεύρα, βαρεμάραν, ή αντιδράς ι στο περιβάλλο σσου σάννα τζιαι φταίσσου ούλλα, ζιής ι στο Εχτές τζιαι γι' αυτόν φταίν σου τα πάντα, τζιαι δε ξέρεις συνειδητά   πού στο Εχτές εκόλλησες. Ξέρω ότι όποτε έχω νεύρα με την Λαιστριγονίαν , έσιη  να κάμει με το Εχτές.   Άρα κανεί.  Σήμμερα, ποιά καλά τζιαι...