Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Σεπτέμβριος, 2010

Το Μάρμαρο

"Μεγάλα κομμάθκια μάρμαρο?"   -γελά ο θεόρατος πέτρατζιης πλαισιωμένος που ξύλενα παλέττα ττελλιασμένα, παλέττα ξίσιηλα γρανίτες, σχιστόλιθους πράσινους τζι άλλα πετρώματα που προορίζουνται για τη βιομηχανία κατασκευής πλακόστρωτου.  Εν ολόσκονος τζιαι  ηλιοκαμένος. "Όσα θέλεις έχω, έλα να σε πάρω στην άλλη πλευρά της αυλής έχω τα κομμάθκια τα άχρηστα που μου περισσεύκουν να πιάσεις όσα θέλεις τζι εννα σε χρεώσω μόνο κάτιτις". Περπατούμε μικροί τζι ασήμαντοι σάν τους λυμπούρους για καμμιά εκατοστή μέτρα ανάμεσα στα τζοιμισμένα, τα παράξενα τζι ήσυχα πετροβουνάρκα που ξεκουράζουνται για τελευταία φοράν ακέραια πρίν η βία των εργαλείων ξανασπάσει τα κορμιά τους.   Φτάννουμεν  ώς το σύνορον της αυλής μπροστά που το δάσος, τζι  ένας σωρός άσπρα αστραφτερά μάρμαρα εμφανίζεται μπροστά μας, λόφος που μοιάζει με κύβους ακανόνιστους πηχτής ζάχαρης. Χτυπά η καρδία μου που τη συγκίνηση τζιαι πετάσσουμαι πάς το βουνάρι. Θκιαλέω λλία κομμάθκια με παράξενα σχήματα που μου είπα

Στης πεθθεράς και πάλι, ωραίο καρναβάλι.

Εικόνα
Πάμεν λοιπόν στην πεθθερά μου την περασμένη πέμπτη για το σ/κ, την αγαπημένη μου πεθερούλλα που ως γνωστόν μεινίσκει κοντά στη μαγεμένη λίμνη τζιαι μάλιστα κυκλοφορά τες νύχτες μές τα κύμματα της τζιαι κάμνει παρέα με το τέρας του λοχνές. Φτάννουμε, αεροφιλούμαστε  (κλείω τη μούττη να μέν τη μυριστώ τζιαι να νεουλιαστώ). Η πρώτη μέρα επέρασε χωρίς συμβάντα  (εχτός που το ρίγος που ένωθα όταν την έπιαννα με την άκρια του μμαθκιού να με θωρεί με ύφος έχιδνας).   Εφάαμεν πολιτισμένα, με πιάτα πορσελάνινα, 20 μαχαιροπήρουνα, 6 course dinner, ακριβώς όπως της αρέσκει.  Όλα στη σειράν τους, υπο έλεγχο.  Εχτός που εμέναν τον Άξεστον Κυπραίον.   Μα έπαιζα πελλόν.  Έν αντιδρούσα καθόλου στες πελλάρες που ελάλεν, για χάρην των κοπελλουθκιών μου.  Εσσιώπησα. Εννοείται, έν της έκατσεν το γεγονός ότι την αγνοούσα.  Άτομον που τρέφεται που το δράμαν τζιαι το δηλητήριο έν μπορεί να κάτσει έναν τόπον αμαν έν του διάς σημμασίαν.  Θέλει φωνές, για να νώσει ότι την αγαπάς. Τη δεύτερη μέρα, ε

Δέκα π' αγαπώ τζι εγώ.

Άτε, αφού εκάλεσεν η  Ψυχία   να παίξω το παιχνίδιν του "αγαπώ δέκα πράματα" για να αλαφρύνει η ατμόσφαιρα, θα παίξω. ΑΓΑΠΩ 1.  Τον ήχο.  Αγαπώ τον πολλά.  Έν έσιει λάθος ο ήχος.  Έν έσιει άσχημον ή όμορφον ήχον.  Μόνο χρώματα έσιει, τζιαι σχήματα πολλά.  Αρέσκει μου να συλλέγω ήχους, να τους ταξινομώ μές τη κκελλέν μου, να τους συγκρίνω με άλλους τζιαι να τους θυμούμαι όταν γράφω μουσική μεταλλαγμένους σε νότες.   Έν έσιει πιό ωραίο πράμα που το να ακούσω ένα παράξενο πουλλί να κελαδά στο δάσος τζιαι μετά να μετατρέψω τον ήχο του σε μελωδία.  Οι τριγμοί εν ωραίοι επίσης.  Τα σίδερα.  Τα μηχανήματα.  Οι στριγκλιές.   2.  Τες πέτρες.  Ούλλες.  Άμαν είμαι σε τόπον που έσιει πέτρες, βραχούθκια, ροτσούδες, παθαίννω όπως το μωρόν.  Συχνά περπατώ τζι έν θωρώ μπροστά μου γιατί είμαι σκυφτός τζιαι γυρεύκω την ΤΕΛΕΙΑ  πέτρα.  Έχω συλλογή μεγάλη που πετρώματα πάς τα παράθυρα μου τζιαι το γραφείο μου.  Τα κριτήρια μου εν απλά:  Θέλω να έχουν ούλλες ιδιότροπο σχήμα ή χρώμα παραθκι

Η αρκή

Εν ούλλα έτοιμα.  Το πρόγραμμα μου, τα εργαστήρια της πέτρας τζιαι της μουσικής, τ' αυτοκίνητα που θα με κουβαλούν που σπίτι σε σπίτι, ο νούς που θα κόφκει στροφές για να καταλαβαίνει τες ανάγκες τους αθρώπους τζιαι τους αθανάτους  Τα εργαλεία μου της δημιουργίας τζιαι της δουλειάς. Αρχίζει η χρονιά σήμερα, χωρίς πυροτεχνήματα, πάλε που την αρκήν.   Μα έν έχω το σφίξιμο που θα έπρεπε να με βαστά μετά που τόσους μήνες διακοπών.   Μαθητές.  Πιάνον.   Ψυσιές.  Γράψιμο.  Σκάλισμα.    Ότι καταφέρνω πολλά καλά τζιαι με γεμίζει ενέργειαν, τζιαι με κουράζει αρκετά, αρκέφκω το σήμμερα.  Πολύπλοκο για τη ψυσιή  το "δίνω-παίρνω" της τέχνης α? Το καύσιμο που δουλεύκει τη μηχανή της πραγματικότητας, που με δέννει σφιχτά στην αγκαλιά της γής να μέν ξεφύγω τζιαι να μου γυρίσει τέλλεια. Το πρόγραμμα μου φέτος εν πολλά ελαφρόττερο.  Επαναστάτησα.  Αντί έξι μέρες δουλειά, μόνο τέσσερις.  Για να μπορώ να αφοσιωθώ στη δημιουργία.  Επειδή χωρίς τον οργασμό της δημιουργίας κάθε μέρα,

Ο Αγροφύλακας του Κήπου/μέρος β'

Πλώννει τα φύλλα της ντυμένη πομονήν του φταίχτη η σσιωπή. Τζιυλά ολογαίματη μές τα σοκκάτζια. Μέρες, 'φτομάδες  μπήει τες αγκαθθόριζες τρυπώννει στες χαραμαθκιές τζιαι τα κλειστά παράθυρα σπάζει τα τζιεραμίθκια με τα δόγκια της γεμώννει σάν την άρκαστην σκάλες τζι αυλές τυλίει κολώνες, νυχοτσακρά τες ξώπορτες τζιαι συννεφκιάζει νηλιακούς. Έτσι μπαίννει, Κόρη ολόμαυρη  κρυφά τζι ακάλεστη στα σπίθκια η σσιωπή (δήμιος τζιαι νεκροθάφτης) Δέ την! σσιεπάζει τα κορμιά τους με το φόρεμαν της. Ακούραστη.  Καλπάζει μές τα δίχωρα. Σφιχτοτυλίει τα κρέατα τζιαι σαβανώννει τζιαι με τες φούχτες ανοιχτές φτζυαρίζει μανιασμένα σπάζει τα μάρμαρα τζιαι σκάφκει λάκκους μές τες κουζίνες μές τα σαλόνια να τους θάψει Τζιαι πίσω της Γυρίζει σάν τον όγρακον ο Ζωντανός   τζιαι κουτσουβλά ποδοπατά πομέθυστος τζιαι μουγκανίζει. "Τί  έκαμες δαμέ Γιωρκή?" Ήνταλως να γελάσεις τέθκοιου κρίματος? Βουρά σε μέρα ννύχταν να σε φάει. (Τον άουστον, άμαν εξιβρωμήσαν

Το Εργαστήρι, τζιαι το μασιαίρωμα.

Εξανάστησα το εργαστήρι μου της ξυλογλυπτικής τζιαι της πέτρας, που ήταν έρημο τζιαι γεμάτο παλιοπράματα πεταξούμενα που το 2004 έτσι τζαιρόν.  Εμεγαλώσαν τα μωρά, τζι εννα έχω λλίο χρόνο να κάμνω γλυπτική φέτος.  Τρών με τα σιέρκα μου.  Έπιασα τζι έκαμα το σιόνι, έβαλα τα εργαλεία μου στη σειρά, εγόρασα τζιαι άλλα.    Έτοιμο το εργαστήρι του στοιχείου της γής, τζι έτοιμο το άλλο,  του αιθέρα  (το στούτιο της μουσικής).   Άτε, αλλο δύο εργαστήρια να κάμω, του νερού, τζιαι της φωθκιάς, τζι εννα ολοκληρωθεί ο κύκλος της ζωής που γυρεύκω. Είχα ξανά εργαστήρι.   Το 2004 τον οκτώβρη έκλεισα  το απότομα, τζιαι δέν το ξανάνοιξα που τότε.  Εφοήθηκα.  Πρώτη τ' Οκτώβρη εκινδύνεψα να χάσω τη ζωή μου σάν εσκάλιζα έναν τεράστιο λωτό πάνω σε κορμό ξύλινο, τζιαι που τότε έν εξανασκάλισα, ώς τωρά. Ήταν πρωί δροσερό, τζι έν ήμουν καθόλου καλά (τζιαι πόοοτε είμαι καλά!)    Είχα έναν κορμόν άσπρο,  ωραίο κορμό πάνω στον πάγκο, σχεδόν τελειωμένο,  τζι επροσπάθουν να μπώ με το μαχαίρι της γλυπτικής

Ο Αγροφύλακας του Κήπου

Ξυπνά έναν πρωίν  ο Αγροφύλακας του Κήπου Ξυπνά αντζιελοσσιασμένος τζι έτοιμος για γαίμαν -εθώρεν μαύρον όρομαν εψές την επανάστασην που του επουλήσαν οι δασκάλοι ("ήντα δουλεύκεις ρέ?  Για να τα σιέρουνται οι ρέπελοι τα πωρικά σου?"  -είπαν του) Ξυπνά με μμάθκια κότσσιηνα, σουζουλησμένος Πιάννει στα σιέρκα του τη τσάππαν του τη βαρετήν την  αγιωμένη που εκάθετουν τόσον τζιαιρόν αχρείαστη ξημαρισμένη μές τα κόπρικα του στάβλου αρπάσσει το δρεπάνιν τζιαι κονίζει το Φορεί τα τσιόλλια του ζαβά, τη βράκαν του, καβαλλιτζιέφκει τη φοράαν, κλωτσά της νάκκον να 'φηνιάσει τζιαι φκέννει στους δρόμους του χωρκού ανεμοκουβάλητος άγγελος μαύρος δρεπανάς στραός τζιαι μαγεμμένος τζι όποιον ιβρίσκει ομπρός του που του έφταιξεν: πανταλονάν πο' σιει δουλειάν, τραπεζικόν, τζι όποιον επήε σκολείο τζι ετέλειωσεν το, διά του θκυό τσαππιές πάς τη κκελλέν, ποσπάζει τον. Τζι ώς που να τελειώσει το έργον του το ιερόν επλύμανεν  τη γειτονιάν με κρέατα κομμένα τους φταίχτες.