Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Λεβέντες

Ο δάσκαλος της Σουνάντας, τζι η Σιωπή, τζι η Τεμπελιά.

"Κάτσε Διάσπορε να σε κεράσω Τσιά με πιπέρι καφτερό, αφού εν το τελευταίο μάθημα του γιού μου πρίν τες διακοπές κάτσε να μιλήσουμε λλίο τζι έχω ιστορία να σου πώ", λαλεί η φίλη μου η Σουνάντα τζιαι προσφέρει μου ζεματιστό τζιαι υπέροχα αρωματικό φλυντζάνι με κρέμα, βότανα τζιαι τσάϊ ινδικό.  Εν ντυμένη με φανταχτερά μεταξωτά, πόψε έσιει συναυλία χορού τζι εν έτοιμη. Πάει πολλά καλά ο γιός της.  Θαύμα κανονικό.  Παρά τες αναπηρίες που του εφόρτωσεν τον εγκέφαλο η φύση, έσιει τη μουσικήν άφθονη μέσα του, δυνατά γονίδια.  7 χρονών τζι έμαθα του ούλλες τες κλίμακες, τες συγχορδίες, ρουφά τα σάν τον πελλόν ούλλα, με τεράστιο ενθουσιασμό.  Τζι η μάνα του ξέρει το.  Παίζει τζιαι μότσαρτ λλίον ο μιτσής, λάμπει το προσωπάκι του, τα καφέ του μμάθκια εν γεμάτα αγάπη,  τζι ας μέν μιλά, τζι ας μέν είπεν ποττέ του "σ' αγαπώ" κανενού.  Μακάρι να' ταν ούλλοι μου οι μαθητές έτσι.  Έσιει 2-3 βδομάδες προσπαθώ να του δείξω ήνταλως να παίζει με χάρη.  Εν ...

Κόβωντας καρπό που το δέντρο της Γνώσης.

Εικόνα
Το δέντρο της Γνώσης όταν το βρείς μές τον κήπο σου, να το προσέχεις  Να το χαϊδεύεις και να του μιλάς γλυκά.  Πότισμα μπόλικο.  Συν-ουσία μαζί του συχνή.  Τάβλι με τες ώρες.  Χάχανα.  Δέ θέλει σοβαρότητα το δέντρο της γνώσης. Τρείς το πρωί παρέα με τον καλό μου φίλο που ήρθε να με δεί, να μου δείξει τα στούτιο.  (Με αυτόν που περάσαμε ωραία το καλοκαίρι στην κύπρο στα σπά  τους αγίους αναργύρους της πάφου με τες γυναίκες μας). Τρείς το πρωί, έχουμε φάει απο δύο Κίτ Κάτ, μία Τουήξ, ερουφήσαμε δύο λίτρα κοκακόλας.  Έ τί να κάμουμε?  Αφού ποτά έν πίννουμε, ουσίες δέν κάμνουμε, κάτι πρέπει να γίνει να μας πιάσει η πελλάρα σωστά?   Γελούμε πνιχτά να μήν ξυπνήσουμε τα μωρά και την Αγάπη.   Δείχνει μου πώς να γράφω ντράμς, σούζει τη μάλλαν του ροκκάρικα για να νιώσει το ρυθμό. Πατά κουμπιά να μου δείξει πώς να κάνω editing τους ήχους.  Του αρέσαν οι ρυθμοί μου. "Τό 'χεις"  λέει.   Γράφει ένα μπάσο γαμάτο, έγιν...

Ο Γέρος και η θάλασσα

Ακκάννω το κουβανέζικο σάντουϊτς με το χάμ, το καπνιστό χοιρινό, το τηγανιτό αβγό και τη μουστάρδα μές τη φραντζόλα την μυρωδάτη. Πίννω γουλιά καφέ δυνατό με γάλα ζαχαρούχο. "Θέλεις ακόμα ένα φλυντζάνι?" λέει η χαρωπή ευτραφής μιγάς σερβιτόρα με πλατύ χαμόγελο που θυμίζει χωράφια δίπλα σε θάλασσα με τομπάκκο και μπανανιές. "Nαί. Παρακαλώ". Εν μικρό το μαχαζί. Λίγο ξημαρισμένο, έτσι οπως πρέπει σε αυθεντικό μαγειριό. Είναι μακρόστενο το εστιατόριο, με τοίχους πράσινους στους οποίους κρέμμουνται γελαστοί πελάτες άλλων εποχών, μές σε φωτογραφίες καδρωμένες πρόχειρα. Μυρίζει τηγανίλα, κύμινο, ρούμι. Στη γωνιά, ο ιδιοχτήτης παίζει ντόμινο με κάτι μουστακαλλήδες πλατυπρόσωπους σκεμπετζιήδες τύπους που κάθε λλίο πειράζουν ο ένας τον άλλο στα ισπανικά με τζιήντη γλυτζιά γλυστερή προφορά της Κούβας. Τα οπίσθια της καλλονής σερβιτόρας που περνά απο δίπλα μας χορεύουν με το ρυθμό της μουσικής του ραδίου. Κάθεται ο γέρο-Μόργκαν απέναντι μου και τα μάτια του με κοιτάζο...

Ο μιτσής που τ' αζερπαϊτζιάν κάμνει 'μανέν

Πόψε εννα πάω να ακούσω πολλά ωραίες μουσικές σε καταγώγια κρυφά, για λλίους, κάπου που πάν μόνον άντρες για ν' ακούσουν μουσικήν του κλαμάτου.  Αν σώννω ακόμα εννα σας γράψω τες εντυπώσεις μου.   Προς το παρόν, για να φτιαχτώ κατάλληλα  ακούω τούντον ρόκωλον που έσιει στη ψυχούλλαν του παραπάνω συναίσθημαν τζιαι πόνον που τους παραπάνω μουσικούς που άκουσα στη ζωή μμου.  Ρέ μιτσή, τί εκάμαν της οικογένειας σου τζιαι έσιεις τόσον πόνον?   Είσαστε πρόσφυγες?  Εχάσετε τα σπίθκια τζιαι τους συγγενείς σας?  Εν που ζιείς στον Τρίτο Κόσμο, δίπλα του χαμού τζιαι της φτώσιας, μές τους οχετούς σε χωρκόν διαλυμένον ούλλον αρρώστειες?  Εν που επέθανεν ο αρφός σου ή η μάνα σου στη γένναν?  Εν που έν μιλά ο παπάς σου τίποτε?  Πόσα όπλα θωρείς κάθε μέρα να σκοτώννουν αθρώπους δικούς σου?  Εν που έν θωρείς ποττέ σου βολεμμένους  γυρό σσου τζι εν ούλλοι φτωσιοί σάν εσέναν?   Αλόπως κάμνει σου η ύπαρξη σου υποχρέωση να εκφράσεις τούντον πόνον με τρόπον αυθεντικό... Πολλούς σαν εσέναν έν έσιει λεβέν...