Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Η Πόλη μου

Στο φεστιβάλ του πάχους.

Εχτές σάν επηαίνναμεν με τα μωρά βόλταν κάτω στην πόλην επρόσεξα πως είσιεν κόσμο μαζεμένο έξω που το YMCA, τραπέζια με πράματα πάνω, παιχνίδια, φουσκωτά κλπ, τζι είπα να κατεβούμεν αφού είδα σταματημένες τζιαι θκυό πυροσβεστικές ποτζιήντες βαρβάτες τες αμερικάνικες  -πελλανίσκουν τα κοπελλούθκια με τες πυροσβεστικές ως γνωστόν. Εκατεβήκαμεν τζι ήταν τελικά Φεστιβάλ Υγείας.  Τί υγείας δηλαδή?  Εσπονσάραν τα προϊόντα τους καμπόσες εταιρίες τροφίμων τζι εδιούσαν free samples, εκάμναν consumer surveys, τζιαι τάχα μου φυλλάδια τζιαι ομιλίες για την διατροφήν σε μορφήν παιχνιδιών για τα κοπελλούθκια. Πρώτα επήαμεν να δούμεν τες πυροσβεστικές εννοείται, εδείξαν μας τα λάστιχα οι πυροσβέστες, εφκήκαμεν μές την καμπίναν του οχήματος, επαίξαμεν τη σειρήναν, τζι εχαρήκαν τα μωρά. Πάμεν να δούμεν τί γίνεται τζιαι στα τραπέζια με τα φαγιά.  Ωραία τα φαγιά, καλή ιδέα. Πέ τε μου όμως ρέ κοπέλλια... Είσιεν 50 πλάσματα στα τραπέζια που μας εμιλούσαν για άσκηση τζιαι διατ...

Αχρωμο

Εικόνα
Τί έσιει τούτη η φωτογραφία που πρέπει να προσέξουμε? Τίποτε. Αν είμαστεν 3 χρονών τζι εμείς, τίποτε έν θα επροσέχαμε. Ο γιός μου τζι η κόρη μου σάν επερπατούσαμε στη γειτονιά είδαν ένα άλλο αγοράκι να παίζει μπάλα στην αυλή της εκκλησίας τους αφρικάνους μετανάστες που ετραουδούσαν κατανυχτικά μές την κρυαδούαν την ανοιξιάτικην κάτι μπλουζο-ύμνους πολλά σπουδαίους,  τζι επήαν να παίξουν αμέσως μαζί του. ("μαυρούιν", "αλητούδιν",  "ξαπόλυτον", "ξημαρισμένον") Τζι εν ένα που τα τεράστια καλά της πόλης μου, εν ότι εν άχρωμη.  Μεγαλώννουν τα κοπελλούθκια που ούλλες τες φυλές δίπλα δίπλα τζι έν ξεχωρίζουν το ένα πλάσμα που το άλλο βάσην του χρώματος του ή της οικονομικής του κατάστασης ή αν έναι οι γονιοί του άντρας-γεναίκα, ή άν έναι της τάδε θρησκείας. Τζιαι τούτον εν διαφορετικόν που το "ζούμεν δίπλα που μιάν μειοψηφίαν τζι 'ανεχούμαστεν' την. Το μέλλον της αθρώπινης φυλής εν δίχα σύνορα, υπερδυνάμεις, χρώματα, θρησκε...

Μακάβριος ο Νέος Χρόνος στη γειτονιά

Στο επόμενο μπλόκ σπιθκιών δίπλα του δικού μου, έσιει έναν άντρο με αλήτες μιτσιούς που κάμνουν συχνά φασαρίες, εν μέλη της συμμορίας των μπλέ, οι οποίοι εν εναντιωμένοι με την συμμορία των κόκκινων  -ακούεται μωρίστικο αλλά σκοτώννουνται συχνά μεταξύ τους με ξύλα, πιστόλια, ππουνιές.  Πιάννουν κοπελλούες μιτσιές τζιαι κάμνουν τες πόρνες, πουλούν meth, ότι ξημαρισιά φανταστείς.  Πλάσματα που δέν έχουν τον ήλιο μοίρα, χωρίς γονείς ή υποστήριξη που κανένα, χωρίς μόρφωση, χωρίς κάτι να τους κρατά ζωντανούς.    Πολλές φορές δικαιολογώ τους, νιώθω τζιαι καμπόσην ενοχή για την δική μου τύχη να μεγαλώσω με αρκετήν αγάπην τζιαι  μόρφωση που μου επέτρεψεν να έχω σπουδαία ζωή τζιαι να ξέρω το καλό που το κακό.  Συνήθως έν πειράζουν "αθώους"  τζιαι παίζουνται μόνο μεταξύν τους. Έν ξεχωρίζουν με νόμους με καλό, με κακό, τζιαι ζούν μές τη δικήν τους κοινωνία. Έ, να μέν γιορτάσουν τα πλάσματα το νέον έτος με γκανγκστερικό στύλ? Εφέραν εψές  τα ποτά ...

Η επίθεση του γιγάνταιου αρουραίου

Εικόνα
Εψές κατα τα μεσάνυχτα έφκηκα έξω στη βεράντα για το τελευταίο πικροτσιάρο πρίν απλώσω την κορμάρα μου στο κρεβάτι για ύπνο τζι όπως εβάδιζα πάνω κάτω με την ελπίδα να ζεσταθώ λλίο τυλιμένος 3 παλτά τζιαι μάλλενα καππέλλα/γάντια (στα οποία βάλλω φωθκιά κάθε φορά) τζι ερέμβαζα όσο χαλαρά μπορούσα μές τους καπνούς τζιαι τες βρισιές.   Ξάφνου ακούω ένα θόρυβο τύπου "κρίτς κρίτς κρίτς". Ο ήχος "κρίτς κρίτς κρίτς" εν πολλά χαρακτηριστικά αλλόκοσμος όταν έρκεται που τα σκοτεινά πάς τη βεράντα του πλασμάτου.  Ή εν ζόμπι χωσμένο μές τα ξύλα του πατώματος που ξύνει τα νύσια του να τα κονίσει πρίν σε βάλει βούκκο, ή εν ποντικούδι, ή τερμίτης τεραστίων διαστάσεων, ή κάττος αδέσποτος, ή μήκακο ζώο μή κατοικίδιο του δάσους που εξέκοψεν μές την πόλη αφού το εξεγέλασεν το GPS του τζιαι μάσιεται να κάμει φωλιάν για να ππέσει σε χειμέρια νάρκη κάτω που τη βεράντα. Αφού απέκλεισα τες πρώτες πιθανότητες  (τα ζόμπι, οι ποντιτζοί, οι κάττοι τζι οι τερμίτες ψοφούν που την κρυάδα)...

Το Τέλος της Ζωής

Εικόνα
Τους βλέπω μιά φορά το μήνα.  Γείτονες δίπλα, περνώ τη ζωή μου με τις σκιές τους να έρχονται και να φεύγουν μπροστά στο παράθυρο της κουζίνας τους. Εδώ απο το 1925. Κλεισμένοι στο πατρικό τους σπίτι. Κορμιά άχρηστα, πολιορκημένα απο το διαβήτη, τη γεροντική ανία, την έλλειψη κοινωνικής επαφής. Κορμιά σαθρά που βαδίζουν ξεχασμένα στο μονοπάτι του τέλους. Με κοιτάζει ο γέρος παρακαλεστικά. "Θέλεις τσάϊ γιέ μου?  Κάτσε λίγο, αφού είσαι δάσκαλος να σου πώ για τον καιρό που είμασταν δασκάλοι κι εμείς στη Νέα Υόρκη, αφού έζησες πόλεμο θέλω να σου πώ και τον αδελφό μου τον αγνοούμενο που χάθηκε, πιλότος σε βομβαρδιστικό στον Ειρηνικό το '44.   Θέλεις κέηκ?" Μου τα προσφέρει με χέρια που τα έχει κυριεύσει η νόσος του πάρκινσον. Η κυρία Γκήνσπερκ δέν μιλά πιά.  Η γλώσσα έχει κλειδωθεί, το σάλιο έχει ξεραθεί.  Ούτε να φάει ξέρει πιά, και η κόρη της περνά το καθημερινό μαρτύριο του μπάνιου, του ντυσίματος, της αλλαγής σεντονιών και καθαρισμού του σώματος...

Ανάμεσα μας.

Εικόνα
Ψές δέν είχα ύπνο (καφεϊνη+αδρεναλίνη+δημιουργία=υπερένταση), έπαιζα με το καινούργιο μου τηλέφωνο, κατέβασα προγράμματα, παιχνίδια, μαλακίες να περάσει η ώρα.  Πέτυχα και ένα ωραίο app του google που μου δείχνει την περιοχή μου. Το πρωί με τον καφέ μου δοκίμασα τα προγράμματα να δώ αν μου αρέσκουν, εδοκίμασα το στο τέλος το app του google.  Να δώ τη γειτονιά μου. Μα τί ωραία κόκκινα σημεία.  Τί να μας δείχνουν άραγε? Τα αξιοθέατα της πόλης? Τα θέατρα? Τα πάρκα? Παγωτατζιήδες? Όχι. Το σπίτι μου εν μές τη μέση όοολων εκείνων των κουκκίδων που σάν τον καταρράκτη μας περικυκλώνει.  Μιά μπλέ κουκκίδα που για να τη δείς θέλεις γυαλιά. Τί να είναι οι κόκκινες κουκκίδες? Είναι.... οι κατοικίες των δηλωμένων βιαστών και παιδεραστών της πόλης.  Εν υπόχρεοι όπου πάν να μείνουν να το δηλώνουν στες αρχές της πόλης και να μπαίνουν σε λίστα για να ξέρουν οι γείτονες με ποιούς έχουν να κάμουν. Δηλαδή εν άτομα που εβιάσαν μωρά, εκάμαν φυλακή χρόνι...

Πακιστανός πεζινάρης, και μετά κακή τέχνη..

Επεισόδιο Α'. Ξυπνώ το πρωί με τη δροσούλλαν τζιαι πάω να δώ ενα νέο μαθητή, κάπως μακρυά σε μιά πόλη 40 λεπτά που δαμέ. Γνωρίζω τον. Αρέσκει μου. Εννα πάμεν καλά οι δκυό μας. Αφού είχα λλίο χρόνον, σταματώ να βάλω πεζίνα τζιαι να τσιεκκάρω τα λάθκια μου. Οι δρόμοι εν γυαλλιστεροί, βρεμένοι που την βροχούλλαν που ππέφτει που τα ψές, ψιλή ψιλή, τζιαι ο κόσμος περπατά στα πεζοδρόμια κοστουμαρισμένος να πάει στη δουλειάν του τρώγοντας ντόνατς με καφέν του στάρπακς διπλόν, νυσταμένοι τζιαι ανήσυχοι. Εν παρασκευή, ούλλοι εν αχχωμένοι, κουρασμένοι. Δκιαλέω μιάν Mobil ξημαρισμένην με ολόλαδες αντλίες τζιαι καράζ γεμάτον παλιοαυτοκίνητα. Αρέσκουν μου έτσι πεζίνες γιατί πάντα έσιει κοπέλλια τζιαμέ, τζι αρέσκει μου να γνωρίζω πεζινάρηες εν πολλά ενδιαφέρων τύποι, πιάννω τους κουβένταν τζιαι πάντα μαθαίννω σοφίες που τζιήνους. Έρκεται κοντά μου έναν κοπελλούιν πάς τα 20 του λιγδωμένον με τη μπλού τη φόρμαν της μόμπιλ την τσαλακκωμένην τζιαι το τσιαρούιν στα σιείλη του, αξιούριστο...

Τα Πρωτοδούλεια.

Εψές έμεινα βουνάρι που τες 10, πράμα ασυνήθιστο για μένα που είμαι νυχτοπάππαρος, άγρυπνος, τζιαι δημιουργός σκοτο-ηδονιστής. Ήταν η τελευταία νύχτα πρίν να αρχίσει η δουλειά τζι έπιασεν με μιά περίεργη κούραση πάς τον καναπέ, εκούρρωσα μές τα μαξιλάρια τζι ετυλίχτηκα την κουβέρταν μου την κεντητήν της γιαγιάς ώς τες πέντε το πρωί. Τζιήνον ήταν, έν είχα άλλον ύπνον. Αννοίω τα μάτια μου πρίν να φανεί ο ήλιος πίσω που το σπίτιν του γείτονα. Πρώτη μου σκέψη: Καφές στη βεράντα με το σετάρ για να αποχαιρετήσω τες διακοπές μου που τελειώννουν. Δώδεκα βδομάδες διακοπές έν φεύκουν εύκολα που το σύστημα σου. Εκάτσαν δίπλα μου τζι ετραβούσαν με που την άκριαν της φανέλλας, εφιλούσαν με στο λαιμό, υπόσχουνταν μου πράματα. Τίποτε εγώ. Βράχος. "Να φύετε τζιαι κανεί, ήρτεν η ώρα να διδάξω κόσμον, να βουρώ πάλε όπως τον πελλόν που πόλη σε πόλη μές τα σπίθκια του κόσμου, τζιαι να αρκέψω πάλε να γράφω μουσικές". Μετά που πολλά παρακάλλια έκλεισα τες διακοπές στο τέλος μές το σκάφ...

Επιάσαν μας....

Είχε κίνηση στους δρόμους πόψε. Επιστρέφουμε που το σινεμά ζαλισμένοι, είδαμε το Inglourious Basterds του Ταραντίνο -αριστούργημα πολυδιάστατο- τζιαι είμαστε χαρούμενοι, αποχαυνωμένοι που το θέαμα τζιαι το πολλύ κράτς κρούτς το νευρικό με μία σίκλα μεγάλη πόπκορν ολοβούτηρη να βαρεί στο στομάχι, κοακόλες του λίτρου, σιοκολάτες δωδεκάιντζες κλπ -τα κλασικά αμερικάνικα εδέσματα του σινεμά. Έτυχεν να μέν έσιει άλλο κόσμο στην αίθουσα (η πόλη μας εν χωρκατέξ τζιαι τα intellectual movies έν τους κάθουνται) τζιαι είμαστεν μόνοι μας. Οπότε εκάμαμεν το σινεμά δικό μας. Γέλιον πολλύν. Πειράξιμον. Μέχρι τζιαι που έβαλα σιέριν της γυναίκας μου όπως εκάμναμεν στο γυμνάσιον άμαν επηαίνναμεν σε ραντεβού. Ετσιρίλλησεν. Χαχαχα. Έσιει καιρό να πάμε σινεμά δακάτω, αυτά έχει η ζωή με μωρά μικρά. Απολαύσαμεν το έργον πολλά τζιαι τωρά έχουμε χαμόγελο στα πρόσωπα στο αυτοκίνητο, η συζήτηση εν έντονη ούλλο θαυμασμό για την εξυπνάδα του Ταραντίνο που εκατάφερε να κάμει έργο που να διαβάζετα...

Τρώγοντας το Ντούριαν #2. Επιμένω. (κάπως μυλλωμένον.._)

Εικόνα
του Μάρκ Σιαγκάλ Εξανάφαα το. Ήβρα το φρούτον της παράδεισου μου.. Έσιει αγκάθκια του σκαντζόχοιρου, εν μεγάλον σάν την παττίχαν, εν πολλά βαρετό, χτιτζιολοά υπέροχα.. --------------------- Τον Ιούνη είχα φάει το περίεργα βρωμερό με δελεαστικό ερωτικό τρόπο φρούτο που τη θαϋλάνδη το λεγόμενο Ντούριαν. Μου είχεν 'αρέσει', όπως αρέσκουν σε κάποιον μεζετζιή τα ωμά στρείδια ή το κεφαλάκιν του αρνιού, τα αμολόητα, και οι άλλοι παράξενοι μεζέδες που θέλουν 'εκπαίδευση' για να τους καταλάβεις. Ντάξει, αηδίασεν με κάπως ο ζώλος του τζιαι η υφή του μες το στόμαν γιατί έν μπορείς να αποφύγεις την αίσθηση που σου διά η μύτη σου όταν αννοίξεις το Ντούριαν: όλα τα κέντρα του εγκεφάλου σου φωνάζουν "παρέτααααα βρωμείιιι βρωμεί θειάφιν βρωμεί οχετόον βρωμεί ψόφκιο ψάρι" τζιαι έρκεται σου μιά αναγούλα εμετική εκ πρώτης οσμής. Άμα ομως κλείσεις τα κέντρα τα επιφανειακά τζιαι μυρίσεις σιγά σιγά, ψάχνοντας την ουσία του, ανακαλύπτεις οτι μυρίζει στο βάθος του πυθ...

Τελικά είμαι παλαβός.

Διά μου ο γερο Γκήνσπερκ  το σιέριν του.  Στέκει όσον ίσια μπορεί,  σάν το κλωνίν το σαπημένο που πολεμά άδικα τον αέραν, στέκει ο γέρος τζιαι η σκεμπέ του αιωρείται  μπροστά του.   Ασκομαχά. την ώραν που φκέννει τα σκαλιά.   Σάζει το πανταλόνιν του το κοτσινούδιν.   Τρέμει πολλά το σιέριν που το ππάρκινσονς τζιαι το κατακίτρινο γερασμένον του πρόσωπο το γεμάτο πανάδες εν πολλά σοβαρό με τραβηγμένα χαρακτηριστικά σήμερα.  Τα μικρά του μπλέ μάτια εν χωσμένα κάτω που σακκούλλες, μύλλες, σπασμένες φλεβίτσες, τζιαι κάμνουν τον να φαίνεται ετοιμοθάνατος, ξεθωριασμένος.  Ετών 88.  "Θα σάσω εγώ την αυλή σου μέν έσιεις έννοιαν Νταϊάσπορς"  Θωρεί με με όση δύναμη τζιαι καλοπροαίρετη διάθεση του έμεινε στο βλέμμα.  Έθελε να με καθησυχάσει.   "Ξέρω ότι είμαι φωνακλάς, τράουλλος, πατσιόγερος, ξέρω το.  Αλλά ο λόος μου εν έγραφον."     "Ναί, ξέρω το κύριε Γκήνσπερκ."   "Ξέρω το ότι εν δική μου η ευθύνη Νταϊάσπορς.  Φταίω εγώ  που έβαλα αυτόν τον ανίκανο να κάμει δ...

Ο Τζιωννής που έσιει Καράζζ, έσασεν μου τον Τταντήν τον Ττογιόταν σήμμερα.

---------------------------------------------------------------- Ερώτηση πρός τον εαυτόν:  Γιατί μου αρέσκουν οι πελλοί, οι εκκεντρικοί, οι ιδιότροποι αθρώποι που κάτι ζαβόν έχουν πάνω τους?  Γιατί τους σιέρουμαι τόσον?  Τζιαι γιατί διούν πάνω μου οι πελλοί αμέσως, αγαπούν με ενστικτωδώς, τζιαι ξέρουν οτι εννα τους δώσω σημμασίαν τζιαι εννα σεβαστώ την εκκεντρικοσύνην τους? Τζιαι ειδικά οι πελλοί που τραουδούν , ούλλοι τούτοι διούν πάνω μου πολλά συχνά γμτ.  Μόλις μάθουν ότι είμαι μουσικός αντακώννουν τραουθκιάν.  Η γειτόνισσα μου, πχ.   Ή διάφοροι γονείς των μαθητών μου που μου τραουδούν 'όπεραν'.   Συμβαίννει μου ανησυχητικά πυκνά το φαινόμενον.  Έν θέλουν να ακούσουν για τη μουσική μμου τίποτε.  Μόνον να μου τραουδίσουν επειδή 'καταλάβω που μουσικήν'  θέλουν.   Τα δικά τους μόνο.  Γράφει στο μέτωπον μου "Τραουδάτε μου όσην ώρα θέλετε"     Εξηγάτε μου το... --------------------------------------------------------------- Που λαλείτε έπαιξεν  τα ο Τταντής ο Ττ...

17 τζιαι πόψε.

Το σάββατο εν η συναυλία των μαθητών μου επιτέλους.  Αχχώννουμαι να πάν καλά να φκώ ασπροπρόσωπος τζιαι να περάσουν καλά να εν καλή η εμπειρία για τζιήνους.  Επροετοίμασα τους τζιαι τους 35   που θα παίξουν, έσιει που την περασμένη βδομάδα φωνάζω τους (άτε κωστάκη μάνα μου, παίζε φόρτε, φόρτε μανα μου, άτεεε)  κάμνω τους κερκίδα ενθουσιάζω τους, νευριάζω με τους σικκιμετζήες, ψηλώννω τα φρύθκια μου που την έκπληξη (μπροστά στην κακοτζιεφαλλιάν μερικούς), χαμογελώ τζιαι δακρύζω με τους τσιάκκους.   Άρκεψα να χάννω τη φωνή μμου με πόνον του λαιμού τζιαι πονοκέφαλον στο δεξίν μου αυτί.  Πόσες ψυσιές να κρατώ κάθε μέρα τζιαι να τες υποστηρίζω?   Ενακάτσιασα τη μουσικήν. Έρκουμουν σπίτιν πόψε κατα τες εννιά που τους πίσω δρόμους για να απολαύσω τη φύσην τζιαι τες ωραίες κούρβες τζιαι  άκουα μουσική που τον κλάσικ ρόκκ σταθμόν (whole lotta loooooveee!!!)   δυνατά στο αυτοκίνητον κάμνωντας σούσαν δεξιά αριστερά της λωρίδας γιατί εγύρισεν μου, έν είσιεν κίνησην ευτυχώς τζιαι το φώς του ήλιου ε...

Mill City Blues

Στον άγνωστο ναρκομανή έξω που το εστιατόριο 'La diferencia'  κάτω στην πόλη μου σήμμερα. ------------------------------------------------------------ Tucked away   behind the  fallen Great Mill's shadow underneath the black  blown out windows the  boarded up doors  and  the twisted sheet metal broken asphalt staircases dead animals rebar next to the hundreds of  trash wooden chairs that were wrecked as if a hurricane had just barreled through and below the vast halls where rusted  dead metal cotton loom machines lay decaying  in the wet brick darkness there  tucked away   behind  this devastation the city thought it fit to build a drug rehab   Half-way house where the old Mill Central Offices used to be this Half-way house today just after lunchtime opened its metal doors and emptied its bowel into  the street spilled a sewer full of half alive whores heroin junkies  toothless tweekers without eyebrows or  human faces down and outs  dressed in  dirty plaid and  salvation a...

Επήραν του το σπίτιν του κ Nguen του γείτου.

Το σεπτέβρην έγραψα δαμέ   την ιστορίαν του κ.Nguen του ζαχαροπλάστη δακάτω στην πόλην μας, που άννοιξεν μιτσήν κατάστημα στη γειτονιά με κκέηκς βιετναμέζικα, τουρτες κολοκασιού (έγραψα τζιαι τη συνταγήν τότε)  επίσης με green tea, λοκμάδες με παπάγια, τζιαι άλλα υπέροχα εξωτικά εδέσματα όπως σιοίρον πάς το ψωμί με τη ζάχαρη τζιαι τη σόγια (άπαιχτο γλύκισμα, trust me).   Εζούσεν το 'αμερικάνικον όνειρον'  ο γελαστός  κ. Nguen με την φαμελιάν του  ούλλη που μάλλον δέν είσιεν τον ήλιον μοίρα στο βιετνάμ, ήρτεν δαμέ τζιαι εγόρασεν ενα σπίτι παλιόν τζιαι μεγάλο τζιαι έσασεν το έδωσε ζωή.   Δυστυχώς εγόρασεν το με τζιήντα δάνεια τα τοξικά, γμτ, τα άτοκα για 5 χρόνια που μετά πάει ο τόκος ψηλά.  Μάλλον εσκέφτετουν να το πουλήσει σε άλλους ακριβά αμαν το έσαζεν, τζιαι να πιάσει τα ριάλλια να γοράσει άλλο σπίτι.   Κάθε εφτομάν που επήεννα να γοράσω κάτι (για neighborhood support *buy Local* )  εφαίνετουν μου λυπημένος τελευταία.  Έν εχαμογέλαν τόσο, τα μούχτη samples εσταματήσαν, τζιαι...

Τραγούδα μας τζι άλλον λυπητερόν, Τζέην.

Το πρωίν σαν έκαμνα τη γυμναστικήν μου ανάσσιελα  αγκομαχώντας σε άβολη στάση τζιαι η Αγάπη εθκιάβαζεν παραμυθάκια των μωρών πάς τα γόνατα της εχτύπησεν μας το παράθυρον χαμογελαστή η ασπρομάλλα ντυμένη στα ρόζ του '80 γειτόνισσα μας η εξ αριστερών.    (τα σπίθκια χωρίζει τα ένα driveway 8 πόθκια πλάτος, θωρούμεν μές το σαλόνιν τους γειτόνους βασικά σε κάθε στιγμήν της ζωής τους, μάλιστα αποφεύγω να κυκλοφορώ τίτσιρος μέν πάθει καμιά κοτζιάκαρη καρδιακό, χεχε)    Εμφανίστηκεν λοιπόν η Τζέην   η ομιλητική γεροντοκόρη που ζιεί με τους γονιούς της     (οι οποίοι εν 89 και 86 χρονών τζιαι έσιει ο ένας άλσχάϊμερς τζιαι ο άλλος διαβήτην τζιαι πελλονεύρα -φωνάζει τζιαι δέρνει τους δικούς του μέραν νύχταν τζιαι το χειρόττερο φκέννει έξω με το ρόπαλον του πέϊζπολ συχνά να κουπανίσει τους μιτσιούς που πειράζουν τα σκουπίθκια του ή τζιήνους που κλέφκουν μπουκκάλλες που το recycling,  ή τζιήνους που παρκάρουν μπροστά που το σπίτιν του,   κλπ, κλπ.)  ήρτεν λοιπον η Τζέην τζιαι έκαμνεν φατσούδες...

Ο χορευτής της πεζίνας

Κάθε πέμπτη νύχταν έρκουμαι πίσω στην πόλην μου που τη δουλειάν κατα τες 9:30, σκοτωμένος που την κούραση συνήθως του δωδεκάωρου που δουλεύκω τες πέμπτες.  Έχω περίπου 45 λεπτά ταξίδιν τζιαι 3 αυτοκινητόδρομους διαφορετικούς να αλλάξω.  Ζήτω η μοναξιά της σκοτεινιάς τζιαι της αμιλησίας.  Πάντα στον τελευταίον χάϊγουέη μόλις φκώ πάς τη ράμπαν του τζιαι αναπτύξω την ταχύτηταν που θέλω, έχω έθιμο να βάλλω στο σιντίπλεϊερ εναν κομμάτιν των σούφιδων αργό σεκλεττιστικό  που πάει περίπου 25 λεπτά με φωνές, νταούλια, λύρες, νέϋ, τύμπανα, σάζια κλπ, για να φτιαχτώ, να μερακλώσω τζιαι να ξεπλύννω την κούρασην της μέρας.  Κανεί με να πάω ώς την πόλην μου, τζιαι μάλιστα μπαίννει δυναμικά στο τελευταίον σεμάϊν μόλις φτάσω στα πρώτα φώτα της πόλης μου αν κρατήσω ταχύτηταν 145 χιλιομέτρων σταθερή.  Πρίν πάω σπίτι πάντα σταματώ στην πεζίναν να γεμώσω το ττογιότα με καύσιμο.   Πάω πάντα στην ίδιαν.   Τζιαι πάντα έσιει κάποιον τζιαμέ που εν ή λιβανέζος, ή σύριος, αιγύπτιος, κούρδος κλπ κλπ.  Αρέσκει μου...

Μικρή βόλτα στην πόλη μου #1

Εικόνα
Το μικρό κανάλι εκκαθάρισης του νερού.   Ενώνει τον  γερο-ποταμόν με τους μύλους τζιαι μετά με τον άλλον ποταμόν.   Στην καμάρα κάτω δεξιά (εν κλειστή) έππεφτεν το νερόν με βία για  να γυρίζει τη φτερωτή που έκαμνε ρεύμα για το μύλο.   Μάλιστα η μονάδα μέτρησης για τη δύναμην που θέλει για να παράγεις ρεύμαν που το νερόν βασίζεται τζιαι προέρχεται που δαμέ στούντον μύλο.  Η πόλη μου ολόκληρη εκτίστηκεν που το μηδέν γυρόν που τον πρώτο μύλο μές την κοιλάδα γιατί είσιεν τεράστιους ποταμούς.  Εστέλλαν τους παμπάτζιν που το Νότον που είσιεν πολλύν, τζιαι εκάμναν το κλωστή, πανιά κλπ τζιαι μετά επέμπαν το που το λιμάνιν της μεγαλούπολης στην Αγγλίαν για επεξεργασίαν.   Ήρταν δαμέ να δουλέψουν πολλοί φτωσιοί που την ευρώπην που δέν είχαν τον ήλιον μοίραν στη χώραν τους.  Ελύσαν που τη δουλειάν, αλλά εκαταφέραν να κτίσουν καλύτερη ζωή παρά που είχαν στην Ιρλανδίαν, Αγγλίαν, Γερμανίαν, Γαλλίαν, Ελλάδαν, Πολωνίαν, Λιθουανίαν.   Ενας που τους μύλους, εκάμαν τον γραφεία.   Οι μύλοι επαττήσαν το 1...