Αναρτήσεις

Στα καταγώγια μετα μουσικής, πόνου, κουβέντας, λύτρωσης.

Έσιει τόπους που δέν είναι σωστό να βκάλλεις φωτογραφίες, ούτε να τραβάς βίτεο, ούτε να ηχογραφάς τη μουσική που ακούεις.   Εν βέβηλη πράξη.   Έσιει τόπους που δέν πρέπει να σκέφτεσαι τίποτε άλλο εχτός απο το Δαμέ, το Τωρά, το  Είμαι.   Έσιει τόπους κάτω που κλήματα φορτωμένα σουλτανίνα σε εσωτερικές αυλές τόπους κρυφούς γυρόν που τραπέζια με απλούς αθρώπους που σου διούν το σιέρι τους τζιαι σφίγγουν το πρίν να φύουν μές τα σκοτεινά κάτω που το φεγγάριν της μεσαρκάς στο τέλος της νύχτας μετά που εμοιραστήκετε κουβέντες ίσιες που εφκένναν κόμπον κόμπον πονεμένες τζιαι μουσικήν αρχαίαν που μπαίννει κατευθείαν μές τα λαγούμια της ψυσιής σάν τον ποταμόν τζιαι κάμνει σταλακτίτες σάν το κέντημαν να τους κρατείς μέσα σου να τους σιέρεσαι  αμα ππέφτεις μες στα σκοτεινά στο κρεβάτι σσου τζιαι σκέφτεσαι άγρυπνος την ομορφιάν που έσιει ο κόσμος κόμα, την αθρωπιάν, τζιαι το κρυφό μαράζιν της ύπαρξης που μας ενώννει ούλλους τους θνητούς. Πόψε επήα έτσι τόπον με εφτά άλλους.   Σε μιάν ταβέρναν με 4 ...

Ο μιτσής που τ' αζερπαϊτζιάν κάμνει 'μανέν

Πόψε εννα πάω να ακούσω πολλά ωραίες μουσικές σε καταγώγια κρυφά, για λλίους, κάπου που πάν μόνον άντρες για ν' ακούσουν μουσικήν του κλαμάτου.  Αν σώννω ακόμα εννα σας γράψω τες εντυπώσεις μου.   Προς το παρόν, για να φτιαχτώ κατάλληλα  ακούω τούντον ρόκωλον που έσιει στη ψυχούλλαν του παραπάνω συναίσθημαν τζιαι πόνον που τους παραπάνω μουσικούς που άκουσα στη ζωή μμου.  Ρέ μιτσή, τί εκάμαν της οικογένειας σου τζιαι έσιεις τόσον πόνον?   Είσαστε πρόσφυγες?  Εχάσετε τα σπίθκια τζιαι τους συγγενείς σας?  Εν που ζιείς στον Τρίτο Κόσμο, δίπλα του χαμού τζιαι της φτώσιας, μές τους οχετούς σε χωρκόν διαλυμένον ούλλον αρρώστειες?  Εν που επέθανεν ο αρφός σου ή η μάνα σου στη γένναν?  Εν που έν μιλά ο παπάς σου τίποτε?  Πόσα όπλα θωρείς κάθε μέρα να σκοτώννουν αθρώπους δικούς σου?  Εν που έν θωρείς ποττέ σου βολεμμένους  γυρό σσου τζι εν ούλλοι φτωσιοί σάν εσέναν?   Αλόπως κάμνει σου η ύπαρξη σου υποχρέωση να εκφράσεις τούντον πόνον με τρόπον αυθεντικό... Πολλούς σαν εσέναν έν έσιει λεβέν...

Στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία, με μμάθκια ξενιτεμένου.

Εικόνα
Ζύμην έπλασα και λουκουμά κατ' εικόναν και ομοίωσην. Κυπριακή ρουλέττα... "Κοπιάστε ρέ μιτσιοί, πουλώ μασιέρκα, ππάλες, αεροβόλα, ότι θέλετε".

Κοντά στην τούρκο- πετροσημαίαν

Επήαμεν πάλε στα κατεχόμενα με τον παπά μου.   Εκόψαμεν ωραίες κουβέντες.  Κουβαλά πολλή σοφίαν τούτος ο άθρωπος τζιαι πολλή συχχώρεση.  Εκαταλήξαμεν πάς τη σημαίαν τους γιατί έθελα να την κοιτάξω που κοντά, να την απομυθοποιήσω. Πρώτα επεράσαμεν που το χωρκόν, προσκύνημα υποχρεωτικό ηθελημένο. Η σύγχιση μου συνεχίζεται.. Να λαλώ την αλήθκειαν αρέσκει  μου πολλά να ταξιδεύκω μαζίν του παπά μου ειδικά μές το χωρκόν μας γιατί εχτός που τες κουβέντες που κόφκουμεν στο δρόμον έμαθεν μου ούλλα  τα στριψίματα, τα σοκκάτζια, τα σπίθκια των συγγενών τζιαι των φίλων του ούλλα  ("δαμέ  εν του Κωστή του Μισοδότζιν.." πχ)  τζιαι πλέον μπορώ να πιάσω το αυτοκίνητον, να μπώ του χωρκού τζιαι να έβρω τες πλατείες το συνεργατικόν τον καφενέν που έπιννεν σουμάδαν ο παππουδιάσπορος ο βρακάς, το σπίτιν που εγεννήθηκα δίπλα που το γυμνάσιον, το μαχαζίν του παππού μου του άλλου, τζιαι μπορώ να προσανατολιστώ μές τους δρόμους του χωρκού εύκολα. Έσιει που με εκρίναν επειδή πάω συχνά..   "Μα κάμ...

Στην παγωμένην τη Στιγμήν, το μοιρολόϊν του ταγκό στ' ακκορτεόν.

Για δέκα δευτερόλεπτα μακρόστενα,  αιώνια, πολύτιμα         η ευτυχία   επέτησεν     τζι έκατσεν πάνω μου απαλά σάν να τζιαι ήμουν μίσχος  τ' ανανήλιου  πυρόξαθθος, ετύλιξεν μου τα μαλλιά με τα στεφάννια της τζιαι τα εφτά της πέπλα   τζι  εκοίταξεν με με χαμόγελον περήφανον.   Εγώ εκάθουμουν σε άσπρην καρεκλούδαν πλαστικήν τζι έδρωννα αγκαλιάν με το ακκορτεόν μου μές τον ήλιον του μεσομερκού  ανάμεσα στες τερατσιές τζιαι τους βράχους κάτω που πέτρες με γενάες βλοσυρούς πουκάτω στ' ουρανού το μέγα μπλέ τσιατήριν.   Πόρτα κλειστή στο βάθος εν το Σταυροβούνιν.   Ερούφησα καφέν γλυτζιύν  τζιαι εσσιώπησεν τ' ακκορτεόν.   Εψές επήαμεν σε ρεσιτάλ του οργάνου τζιαι εμπνεύστηκα πολλά.  Ευχαριστώ σας φίλοι.. Έπιασα τζιαι θθυμήθηκα τωρά δέκα ταγκό παλιά ποτζιήνα που τ' αρέσκουν.  Θυμούμαι που τα έβαλλεν πάς το ππικάπ  το  '78  που ήμουν κοπελλούιν τζιαι ετραούδαν τα με την παράφωνην τζιαι παθιασμένην του φωνήν.    Θυμούμαι.   Ούλλα τους εν μινόρε,  στην κλίμακαν του Ντό (π...

Eγύριζα χτιτζιασμένος ώσπου τζιαι ήβρα ταβερνούαν

Άφηκεν μου πικρή γεύσην το πόστ μου εχτές.  Έφκαλα τζιαι νεύρα, εγενίκευσα (ίσως παραπάνω απ ότι πρέπει)  επρόσβαλα  (τζιαι τον εαυτόν μου μέσα)  εχτίζιασα.   Για να μέν μου κάτσει το κακό στο στομάσιην μου τζιαι να σιειροτερέψει την παλιδρόμισην οξέων που με βασαννιά ούτως ή άλλως ορκίστηκα σήμμερα θα γυρίζω όπως το στοισειόν  μές τα όρη τζιαι τα παραρά  να έβρω τόπον που να μου "μιλήσει" στη ψυσιήν κατά 90%.   Μόνον έτσι θα εξιλεωθώ, εσκέφτηκα. Εκόττησα τους μιτσιούς της γιαγιάς τους τζιαι επιάσαμεν το αυτοκίνητον να πάμεν κάπου.  Όπου μας φκάλει η στράτα.  Η καημένη η Αγάπη απόρησεν γιατί έν της εξήγησα τί πάμεν να κάμουμεν τζιαι ενόμισεν εννα πάμεν ρομαντικήν εκδρομήν τζι εχάρηκεν.  (Ξέρει με καλά, τζαι αν της εμολόουν οτι πάμεν για obsessive search αυθεντικού τόπου για φαϊν  όπως μόνον εγώ τον φαντάζουμαι, έν θα επήαιννεν μαζί μου με καμία δύναμη  -" άτε, go do your thing dude"  εννα μου ελάλεν με τα σιέρκα ψηλά παρετημένα  αλα αμερικάνικα). Εφύαμεν προς Λεύκαρ...

Πτούυυ πάει τζιαι το Μακένζυ..

Πάμε παραλία με τα μωρά?  Πάμε. Στη θάλασσα της κύπρου της λάρνακας στο μακένζυ σήμερα ανακάλυψα ξανά ένα  χαμένο μου εαυτό που κάποτε έξερε να παίζει γονατιστός με τον άμμο της θάλασσας τζιαι τες σικλούδες τα φτιαράκια τες χτενιές.  Τζιήνος ο εαυτός ήταν κάποτε ενας γελαστός μιτσής τζιαι γεμάτος ενέργειαν πρίν πολλά χρόνια που εγύριζεν τες παραλίες τζιαι εσύναεν καρκαλλίνες, πετρούες τζιαι έχτιζεν κάστρα με το βρεμένον άμμον.  Εχάθηκε για δεκαετίες ολόκληρες αλλά σήμερα εξαναήρτεν δίπλα μου, εκάμαμεν ττόκκαν, τζιαι αμέσως άρκεψεν να μου θυμίζει τες σωστές τεχνικές για το κτίσιμο με άμμο.  Έπιασεν τη ρόζ πλαστική σίκλαν τζιαι εγέμωσεν την νερόν, έφκαλεν με τα σιέρκα ενωμένα λάκκον βαθύν τζιαι έβαλεν μέσα το νερόν να τον γεμώσει.  Ο άμμος του λάκκου επήλωσεν τζιαι εγίνηκεν τέλειον οικοδομικόν υλικό για χτίσιμον κάστρου με πύργους ποτζιήνους που κάμνεις αφήννωντας τον άμμον να ππέφτει που τη σφιγμένη σσου φούχτα λλίο λλίο τζιαι κάμνει βουναρούιν μουττερόν. Ο γιός μου τζιαι η κόρη μου, -π...